10-10-2019


Είνε 74 ετών. Ζη μέσα στο χωριό του, τον Πύργο, κατάμονος. Το κομψό σπιτάκι του έχει μια μικρή μαρμάρινη σκάλα, την οποία οι Χαλεπάδες –οικογένεια μαρμαρογλύφων– εφρόντισαν να κάμουν καλοπελεκημένη και συμμετρική. Στο ύψος της στέκει και φρουρεί την πόρτα μια θαυμάσια τούφα ανθισμένων γιασεμιών. Το πρωί βγαίνει ο Χαλεπάς από κει και με μεγάλα στερεά βήματα σκαρφαλώνει την απότομη πλαγιά που οδηγεί στο Μπερναρντάτο, μικροσκοπικό χωριό. Εκεί θα βοσκήση τα δέκα του πρόβατα. Τον γνωρίζουν, τον περιμένουν, βόσκουν χαρούμενα κοντά του. Εξαίρεσις! Στην Τήνον έχει τόση μεγάλη ασφάλεια ώστε τα γιδοπρόβατα να βόσκουν μόνα των. Εξαιρετικώς τα προβατάκια του Χαλεπά βλέπουν κάθε μέρα βοσκό. Ο γλύπτης, αφού πάρη το πρωινό του ρόφημα στο σπίτι  της χωρικής τού Μπερναρντάτο Μαργαρώς Γαΐτη και των παιδιών της –είνε η εξαδέλφη του– κατεβαίνει πάλιν στον Πύργον και βυθίζεται στο ατελιέ του. Το απόγευμα θα ποτίση τον κήπο του –διατηρεί σ' ένα μέρος του χωριού κάτι πράσινο, μα εστάθη αδύνατο να ιδώ πού– κι έπειτα ανεβαίνει πάλι στα πρόβατα. Τίποτε δεν αλλάζει. Κανένα γεγονός δεν περιμένει. Βαθύτατη σιωπή στο σπίτι του. Κανείς άλλος δεν σαλεύει εκεί μέσα. Ούτε γάτα. Κάποτε ο Χαλεπάς πηγαίνει στην πλατεία και κάθεται σ' ένα τραπέζι  του καφενείου. Δεν μιλεί σε κανένα. Ούτε του μιλούν. Για το χωριό είναι ο μπαρμπά-Γιαννούλης. Οι χωρικοί ξεύρουν πως ήτον μαρμαράς, από το σπίτι των Χαλεπάδων, και πως είνε πάρα πολλά χρόνια που δεν εκέρδισε χρήματα... Είναι ψηλός με καλό παράστημα και κάτασπρος. Το μέτωπο μεγάλο, η φαλάκρα εκφραστική, η μύτη λεπτά σχεδιασμένη. Η μαύρη ματιά του, κάτω από τα θυμωμένα του φρύδια, φαίνεται να μην κυττάζη τον κόσμον αυτόν. Επίπεδα, τόξα, ρυτίδες, κρόταφοι είνε σχηματισμένα με το ιερόν ύφος που ξεύρει να δώση το Μοιραίον σε όσους εχτύπησε. Είναι κι αυτό γλύπτης. 

(Νέα Εστία, έτος Α', τεύχ. 3, 15 Μαΐου 1927)



[Ζαχαρία Παπαντωνίου, Γιαννούλης Χαλεπάς, περιοδικό: Το Δέντρο – Αφιέρωμα στον Γιαννούλη Χαλεπά, σελ. 83, τεύχος Νο 220-221, Αθήνα, Άνοιξη 2018]

Ο ΧΡΟΝΟΣ