Μιά σκοτεινή νύχτα
μέ λαχτάρα ἀπό ἀγάπη φλογισμένη
ὦ μακάρια τύχη!
δίχως νά γίνω ἀντιληπτή ἐβγῆκα
ἀφοῦ τό σπίτι μου γαληνεμένο ἀφῆκα.
Στά σκοτεινά καί βέβαιη
ἀπό τήν σκάλα την κρυφή, μεταμφιεσμένη
ὦ μακάρια τύχη!
στά σκοτεινά καί πιό κρυφά ἐβγῆκα
ἀφοῦ τό σπίτι μου γαληνεμένο ἀφῆκα.
Μέσα στήν νύχτα τήν μαγαρισμένη
μυστικά, χωρίς κανένας νά μέ ἰδεῖ
οὔτε κι᾽ ἐγώ κάθε τί νά θωρῶ
δίχως κανένα ἄλλο φῶς καί ὁδηγό
ἔξω ἀπό αὐτή πού ἔλαμπε μές στήν καρδιά μου.
Αὐτή μέ ὁδηγοῦσε
κι᾽ ἀπό τό μεσημεριανό τό φῶς πιό ἀλάθευτη,
ἐκεῖ πού μέ περίμενε
Ἐκεῖνος πού καλά τόν ἤξερα
σέ μέρος πού κανένας δέν ἀναφαινόταν.
Ὦ νύχτα, ἡ ὁδηγήτρια,
καί πιό ἀπό τήν αὐγή ἀγαπητή, ὦ νύχτα.
Ὦ νύχτα πού ἔσμιξες μαζί
τήν ἐρωμένη καί τόν ἐραστή
τήν ἐρωμένη σ᾽ ἐραστή μεταμορφωμένη!
Στά ἀνθισμένα μου τά στήθη
πού γι᾽ αὐτόν ἐγώ μονάχα ἐφύλαγα
ἔγειρε, καί ἐκοιμήθη
καί γώ τόν ἐθώπευα
κι᾽ οἱ φυλλωσιές τῶν κέδρων ἀνεμίζαν
Τό ἀγέρι ἀπό τόν πύργο,
ὅταν ἐγώ σκορποῦσα τά μαλλιά του,
μέ τό ἁπαλό του χέρι
πλήγωνε τόν λαιμό μου
καί ὅλες τίς αἰσθήσεις μου τίς σταματούσε.
Ἔμεινα ἐκεῖ καί ξεχάστηκα
τό πρόσωπο γερμένο στόν ἀγαπητό μου
ἔπαψαν ὅλα... καί ἐγκαταλείφθηκα
τίς ἔγνοιες μου ἀφήνοντας
μέσα στά κρίνα ξεχασμένες.
[Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Σταυροῦ, Ἀνάβαση στό Ὄρος Καρμήλο, σελ. 10-11, μετάφραση: José Ruiz / μεταγραφή: Σόνια Κουμαντάρου, ἐκδ. Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων, Ἀθήνα, 1990]
στά σκοτεινά καί βέβαιη
