Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ
«Κοντά᾽ναι τὸ χρυσόφτερο καὶ κατὰ δῶ γυρμένο,
π᾽ἄφησε ξάφνου τὸ κλαδὶ γιὰ τοῦ γιαλοῦ τὴν πέτρα
κι ἐκεῖ γρικᾶ τῆς θάλασσας καὶ τ᾽οὐρανοῦ τὰ κάλλη
κι ἐκεῖ τραβᾶ τὸν ἦχο του μ᾽ὅλα τὰ μάγια πὄχει.
Γλυκὰ᾽δεσε τὴ θάλασσα καὶ τὴν ἐρμιὰ τοῦ βράχου
κι ἂ δὲν εἶν᾽ὥρα γιὰ τ᾽ἀστρὶ θὲ νὰ συρθεῖ καὶ νά᾽βγει.
(Χιλιάδες ἄστρα στὸ λουτρὸ μ᾽ἐμὲ νὰ στείλ᾽ἡ νύχτα!)
Πουλὶ πουλάκι ποὺ λαλεῖς μ᾽ὅλα τὰ μάγια πὄχεις,
εὐτυχισμὸς ἂ δέν εἰναι τὸ θαῦμα τῆς φωνῆς σου,
καλὸ δὲν ἄνθισε στὴ γῆ, στὸν οὐρανό, κανένα.
Δὲν τό᾽λπιζα νά᾽ν᾽ἡ ζωὴ μέγα καλὸ καὶ πρῶτο!
Ἀλλ᾽ἄχ, ἀλλ᾽ἄχ, νὰ μπόρουνα σὰν ἀστραπὴ νὰ τρέξω,
ἀκόμ᾽, ἀφρέ μου, νὰ βαστᾶς καὶ νά᾽μαι γυρισμένος
μὲ δυὸ φιλιὰ τῆς μάνας μου, μὲ χούφτα γῆ τῆς γῆς μου!»
Κι ἡ φύσις ὅλη τοῦ γελᾶ καὶ γένεται δική του.
Ἐλπίδα, τὸν ἀγκάλιασες καὶ τοῦ κρυφομιλοῦσες
καὶ τοῦ σφιχτόδεσες τὸ νοῦ μ᾽ ὅλα τὰ μάγια πὄχεις.
Νιὸς κόσμος ὄμορφος παντοῦ χαρᾶς καὶ καλοσύνης.
Ἀλλ᾽ἀπαντοῦν τὰ μάτια του τρανὸ θεριὸ πελάγου
κι ἀλιά, μακριά᾽ναι τὸ σπαθί, μακριά᾽ναι τὸ τουφέκι!
Κοντά᾽ν᾽ἐκεῖ στὸ νιὸν ὀμπρὸς ὁ τίγρης τοῦ πελάγου·
ἀλλ᾽ὅπως ἔσκισ᾽εὔκολα βαθιὰ νερὰ κι ἐβγῆκε
κατὰ τὸν κάτασπρο λαιμὸ ποὺ λάμπει ὡσὰν τὸν κύκνο,
κατὰ τὸ στῆθος τὸ πλατὺ καὶ τὸ ξανθὸ κεφάλι,
ἔτσι κι ὁ νιὸς ἐλεύτερος, μ᾽ὅλες τὲς δύναμές του,
τῆς φύσης ἀπὸ τσ᾽ὄμορφες καὶ δυνατὲς ἀγκάλες,
ὁποὺ τὸν ἐγλυκόσφιγγε καὶ τοῦ γλυκομιλοῦσε,
εὐτὺς ἑνώνει στὸ λευκὸ γυμνὸ κορμὶ π᾽ἀστράφτει,
τὴν τέχνη τοῦ κολυμπιστῆ καὶ τὴν ὁρμὴ τῆς μάχης.
Πρὶν πάψ᾽ἡ μεγαλόψυχη πνοὴ χαρὰ γεμίζει:
Ἄστραψε φῶς κι ἐγνώρισεν ὁ νιὸς τὸν ἑαυτό του.
Ἀπομεινάρι θαυμαστὸ ἐρμιᾶς καὶ μεγαλείου,
ὄμορφε ξένε καὶ καλὲ καὶ στὸν ἀνθὸ τῆς νιότης,
ἄμε καὶ δέξου στὸ γιαλὸ τοῦ δυνατοῦ τὴν κλάψα.
[Διονυσίου Σολωμοῦ, Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ, σελ. 33-34, ἐπιμέλεια-εἰσαγωγές: Στυλιανὸς Ἀλεξίου, ἐκδ. στιγμή, Ἀθήνα, 2014]
εὐτὺς ἑνώνει στὸ λευκὸ γυμνὸ κορμὶ π᾽ἀστράφτει
