11-2-2019


Η ΤΡΕΛΗ ΜΑΝΑ
                ή
TO ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ


Τώρα που η ξάστερη
νύχτα μονάχους
μας ηύρε απάντεχα,
και εκεί εις τους βράχους
σχίζεται η θάλασσα
σιγαλινά·

τώρα που ανοίγεται
κάθε καρδία
στη λύπη, ακούσετε
μιαν ιστορία,
που την αισθάνονται
τα σωθικά.

Σε κοιμητήριον
είναι στημένα
δύο κυπαρίσσια
αδελφωμένα,
που πρασινίζουνε
μέσ' στους σταυρούς.

Όταν μεσάνυχτα
καταβουΐζουν
οι άνεμοι, αν τά 'βλεπες
πώς κυματίζουν,
έλεες πως κράζουνε
τους ζωντανούς.

Δύο αδέλφια δύστυχα
κοιμούνται κάτου
τον ανεξύπνητον
ύπνον θανάτου,
κ' έχασε η μάνα τους
το λογικό.

Τα μαύρα! επαίζανε
εκεί όπου στέκει
ο πύργος κ' έπεσε
τ' αστροπελέκι,
κι' άψυχα τ' άφησε
τα θλιβερά.

Ροδοστεφάνωτα,
ασπροεντυμένα
τα κατεβάσανε
αγκαλιασμένα
μέσα εις την ύστερην
αλησμονιά.

Δεν άκουες βάβισμα
χαμένου σκύλου·
πουλιού δεν άκουες
λάλημα, ή χείλου,
ή κλωνοφλίφλισμα
να πνέει τερπνά.

Νερομουρμούρισμα
οπού αναβρύζει
και τσ' επιτύμβιες
πέτρες δροσίζει
μόλις αντίσκοβε
τη σιγαλιά.

Θανής δεν έμνεσκαν
άλλα σημεία
πάρεξ του λίβανου
η μυρωδία
οπού εχυνότουνα
στην ερημιά.

Στέκει, μυρίζεται
εις τον αέρα
και συλλογίζεται
–μαύρη μητέρα!–
σαν κάτι νά 'θελε
να θυμηθεί.

Στον τοίχο σύρριζα,
σκύφτει, κοιτάει,
γλυκολυπούμενη
χαμογελάει
κατά τα εντάφια
χόρτα πικρά.

Κατά τα σύγνεφα,
κατά τ' αστέρια,
τρεμομανιάζοντας
ρίχνει τα χέρια
και κλαίει και ρυάζεται
τρομαχτικά.

Της πέφτουν έπειτα,
και ληθαργίζει,
και πάλε αρχίναε
να τριγυρίζει
το περιτείχισμα
πασπατευτά.

Γύριζε, γύριζε,
τέλος εμπαίνει
στο σημαντρήριο
και τ' ανεβαίνει
τα ίχνη αλλάζοντας
σπουδαχτικά.

Ήτον στην άλαλη
τη μοναξία
στρογγυλοφέγγαρη
φωτοχυσία,
σαν τη λαμπρόπλαστη
πρωτονυχτιά.

Όμως η δύστυχη,
ξεφρενωμένη,
κοιτάζει ολόγυρα,
τερτομασμένη,
πράχνει τα σήμαντρα,
κράζει σφιχτά.

«Γλήγορα ας φύγουνε
αφ' τα λαγκάδια
κεια τα φριχτότατα
πυκνά σκοτάδια·
αχ! με πλακώνουνε
μέσ' στην καρδιά.

Γλήγορα ας φύγουνε,
δεν τ' απομένω,
μοιάζουνε, μοιάζουνε
με το σχισμένο
ρούχο που εσκέπασε
τα δύο παιδιά».

Γ κ λ α ν   γ κ λ α ν  τα σήμαντρα
της εκκλησίας
γ κ λ α ν   γ κ λ α ν  οι αντίλαλοι
της ερημίας
αποκρινότανε
φριχτά φριχτά.

«Από την έρημη
Αναφωνήτρα,
πού 'ναι εις τους δύστυχους
παρηγορήτρα,
είχαν δυο ξέμετρα
τα δύο νεκρά·

τά 'χω στον κόρφο μου
και τα φυλάω·
με αυτά τα ξέμετρα
θε να μετράω
τα δυο τους μνήματα
καθημερνά».

Γ κ λ α ν   γ κ λ α ν  τα σήμαντρα
της εκκλησίας,
γ κ λ α ν   γ κ λ α ν  οι αντίλαλοι
της ερημίας
αποκρινότανε
φριχτά φριχτά.

«Βραχνό το ψάλσιμο·
τα κεριά αχνίζουν·
του νεκροκρέβατου
τα ξύλα τρίζουν·
αργά τα σήμαντρα
και τρομερά.

Ναι, ναι, απεθάνανε·
μέσα στο σκότο
τα κατεβάσανε
–ακούω τον κρότο–
τα κατεβάσανε
βαθιά βαθιά.

Γ κ λ α ν   γ κ λ α ν  τα σήμαντρα
της εκκλησίας,
γ κ λ α ν   γ κ λ α ν  οι αντίλαλοι
της ερημίας
αποκρινότανε
φριχτά φριχτά.

«Γιατί τινάζετε
πάνω τους χώματα;
Μη, μη σκεπάζετε
τα μικρά σώματα
που αποκοιμήθηκαν
γλυκά, γλυκά.

Αύριο θα κόψουμε
κάτι λουλούδια,
αύριο θα ψάλουμε
κάτι τραγούδια
εις την πολύανθη
Πρωτομαγιά».

Γ κ λ α ν  γ κ λ α ν  τα σήμαντρα
της εκκλησίας
γ κ λ α ν  γ κ λ α ν  οι αντίλαλοι
της ερημίας
αποκρινότανε
φριχτά φριχτά.

Γ κ λ α ν  γ κ λ α ν  παράδερνε
με τα γλωσσίδια
κ' εματαρχίναε
κ' έλεε τα ίδια,
ώς οπού εβράχνιασε
θανατερά.

Νά, που δροσόβολη
αύρα ξυπνάει
και ψιθυρίζοντας
μοσκοβολάει
από τα αρώματα
τα αυγερινά·

στα φύλλα επέρναε
και της καρδίας,
σαν τα κινήματα
της φαντασίας,
που ζωγραφίζουνε
την ευτυχιά.

Εκείνη η δύστυχη
τραβάει την άχνα,
βαθιά τα αισθάνθηκε
μέσα εις τα σπλάχνα,
αχ! κ' εκατέβηκε
στην ερημιά.

Με λύπη εγκάρδια
εθεωρούσε
όλα τα μνήματα
και τα μετρούσε
με αργό κίνημα
της κεφαλής.


[Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά, σελ. 155-160φιλολογική επιμέλεια: Γιώργος Βελουδής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008]

Ο ΧΡΟΝΟΣ