( Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ )
1.
Γιὰ μᾶς, τὰ πνεύματα τῆς θάλασσας, χαρὰ εἶναι νὰ μπαίνουμε ὡς μέσα στὸ περιβόλι τῆς ψυχῆς καὶ νὰ τραγουδάμε τὸ θεοτικὸ τριαντάφυλλο ποὺ ἀνοίγει ἐκεῖ μέσα. Ξένος, περαστικὸς ἀπάνω στὴ γῆ καὶ στὴ θάλασσα εἶναι ὁ ἄνθρωπος· ἁπλώνονται κάτω ἀπ᾽ τὰ πόδια του ἀπέραντες ἡ στεριὰ κι᾽ ἡ θάλασσα, κι᾽ ἀνάμεσα σὲ χίλιους ἄγνωστους κιντύνους ὄρθιο καὶ ξυπνητὸ ὑψώνεται πρὸς τὰ οὐράνια τὸ πρόσωπό του, πιὸ ὄμορφο ἀπὸ κεῖνα. Δυνατοὶ κι᾽ αἰώνιοι μαζεύονται στὸ νοῦ του οἱ στοχασμοὶ σὰν τὸ συμβούλιο τῶν θεῶν, καὶ μιλοῦνε μὲ πράξες ἥμερες καὶ δελεαστικὲς, ὁρμητικὲς καὶ ἀσυγκράτητες. Τοῦ κάκου, νιέ, τὸ κύμα ἀνεμπόδιστο χτυπᾶ τὸ στῆθος σου τὸ πλατὺ καὶ τὸ ξανθὸ κεφάλι σου. Ὄχι! Οὔτε τὸ κύμα οὔτε κανένα δυνατὸ θεριὸ δὲν μπορεῖ ν᾽ ἀγγίξη τὸν χρυσὸ καρπὸ τῆς ψυχῆς. Ἀμάλαγος κι᾽ ἀθάνατος πέφτει στὸν κόρφο τοῦ Θεοῦ ποὺ τὴν ἔπλασε. Στὸν νιὸ κολυμπιστὴ ἔστελνε τὸ πουλάκι τὰ τραγούδια του ἀπὸ τὸ βράχο, τὰ φλιφλίσματά του τὸ πεντακάθαρο κύμα, ὁ οὐρανὸς τὰ κάλλη του, κι᾽ ἐνῶ ἡ φύση ὅλη τοῦ χαμογελᾶ καὶ γίνεται δική του, ἀπαντοῦν τὰ μάτια του ἐκεῖ κοντὰ ἕνα τρομερὸ θεριό, κι᾽ ἀλιά, μακριά ᾽ναι τὸ σπαθί! Μὰ ἀναπηδώντας ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὶς ἀγκάλες τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ἀπόλαψης κάνει μὲ τὰ χέρια ἀπρόβλεφτο σπαθί. Τὸ πάλεμα ἦταν σύντομο, κι᾽ ἡ ἀλόγιστη ἀνήμερη δύναμη δὲν ξέρει ποιὸν κόσμο μεγαλείου ἀφάνισε! Σύντομη ἦταν ἡ διάρκεια, μὰ τεράστιο κι᾽ ἀλύγιστο τὸ ἀσύγκριτο θάρρος. Μόνο μαζὶ μὲ τὴ ζωὴ ἔσβησε κι᾽ ἐκεῖνο. Μέσα του ἦταν καὶ τὸ τουφέκι καὶ τὸ σπαθί, μέσα του οἱ δύναμες ὅλες μαζὶ τῶν φιλικῶν ταγμάτων. Ἄμωμη καὶ ἅγια εἶναι συχνὰ ἡ ἔμπνευση τοῦ ἀνθρώπου. Ἄμε στὸ γιαλό, ἄψυχο ἀπομεινάρι τοῦ μεγαλείου· καὶ πρὶν ἀναπαυτῆς κάτω ἀπὸ τὸ χῶμα, δέξου τῶν δυνατῶν τὴν κλάψα.
2.
Παράδεισο χαρᾶς τοῦ ἤτανε φυλαγμένη πρὶν πεθάνη. Τὴν ὥρα ὅπου ἀπάνω στὸ ξάναμμα τῆς πάλης ἔνιωσε σὰν ὄνειρο νὰ κόβεται τὸ μπράτσο του, γρήγορος σὰν ἀστραπὴ τραβήχτηκε μέσα του καὶ γνώρισε τὸν ἑαυτό του. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη, νὰ τοῦ χάριζαν τὴν κορόνα, θὰ τὴν περιφρονοῦσε.
3.
Μέσα του ἦταν καὶ τουφέκι καὶ σπαθί, μέσα του ἡ δύναμη τῶν φιλικῶν ταγμάτων. Τὸ πάλεμα ἦταν σύντομο, μὰ ἀλύγιστο καὶ τεράστιο τὸ θάρρος. Μόνο μαζὶ μὲ τὴ ζωὴ ἔσβησε κι᾽ ἐκεῖνο, κι᾽ ἡ ἀλόγιστη ἀνήμερη δύναμη δὲν ξέρει τί κόσμο μεγαλείου ἀφάνισε. Ν᾽ ἄνοιγαν γύρου οἱ κρυφοὶ κόσμοι νὰ τοῦ ρίξουν κορόνες, θὰ τὸν ἔβρισκαν ἀδιάφορον, ὅπως καὶ ἡ ἰδέα πὼς τὴν πράξη του κανεὶς ποτὲ δὲ θὰ τὴ μάθη. Ἄμωμη καὶ ἅγια εἶναι συχνὰ ἡ ἔμπνευση τοῦ ἀνθρώπου. Παράδεισο χαρᾶς θὰ γέμισε τὴ μεγαλόψυχη πνοὴ πρὶν πάψη. Τὴν ὥρα ὅπου ἔνιωσε σὰν ἀστραπὴ νὰ τοῦ κόβεται τὸ μπράτσο, ἄστραψε φῶς καὶ γνώρισε τὸν ἑαυτό του.
[Διονυσίου Σολωμοῦ, ΑΠΑΝΤΑ - Τόμος δεύτερος / Παράρτημα - ΙΤΑΛΙΚΑ (Ποιήματα καὶ Πεζὰ), σελ. 117-118, μτφ. Λίνου Πολίτη μὲ συνεργασία Γ. Ν. Πολίτη, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα, 1991]
Μέσα του ἦταν ἡ σάλπιγγα καὶ τὸ σπαθί, μέσα του ἡ δύναμη τῶν συνοδῶν ταγμάτων. Σύντομος στάθηκε ὁ αγώνας, ὅμως ἀλύγιστο καὶ πελώριο τὸ θάρρος. Τοῦτο δὲν ἔπαψε παρὰ μὲ τὴ ζωὴ κι ἡ ἀλόγιστη θηριώδικη δύναμη δὲν τὸ ξέρει τί κόσμο μεγαλείου κατέστρεψε. Ἂν εἶχαν ἀνοίξει γύρω οἱ μυστικοὶ κόσμοι γιὰ νὰ ρίξουν ἀπάνω του κορόνες, θὰ τὸν ἔβρισκαν ἀδιάφορο, σὰν τὴ σκέψη πὼς τὸ ἔργο κανεὶς ποτὲ δὲ θὰ τὸ μάθει. Ἀμόλυντη καὶ ἅγια εἶναι συχνὰ ἡ ἔμπνευση τοῦ ἀνθρώπου. Παράδεισο ἀπὸ εὐτυχία θὰ γιόμισε τὴ μεγαλόψυχη πνοὴ πρὶν πάψει. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἔνιωσε σὰν ἀστραπὴ νὰ τοῦ κομματιάζεται τὸ μπράτσο, ἄναψε φῶς καὶ γνώρισε τὸν ἑαυτό του.
[Λίνου Πολίτη, Γύρω στὸν Σολωμό, σελ. 56, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα, 2009]
3.
Μέσα του ἦταν ἡ σάλπιγγα καὶ τὸ σπαθί, μέσα του ἡ δύναμη τῶν συνοδῶν ταγμάτων. Σύντομος στάθηκε ὁ αγώνας, ὅμως ἀλύγιστο καὶ πελώριο τὸ θάρρος. Τοῦτο δὲν ἔπαψε παρὰ μὲ τὴ ζωὴ κι ἡ ἀλόγιστη θηριώδικη δύναμη δὲν τὸ ξέρει τί κόσμο μεγαλείου κατέστρεψε. Ἂν εἶχαν ἀνοίξει γύρω οἱ μυστικοὶ κόσμοι γιὰ νὰ ρίξουν ἀπάνω του κορόνες, θὰ τὸν ἔβρισκαν ἀδιάφορο, σὰν τὴ σκέψη πὼς τὸ ἔργο κανεὶς ποτὲ δὲ θὰ τὸ μάθει. Ἀμόλυντη καὶ ἅγια εἶναι συχνὰ ἡ ἔμπνευση τοῦ ἀνθρώπου. Παράδεισο ἀπὸ εὐτυχία θὰ γιόμισε τὴ μεγαλόψυχη πνοὴ πρὶν πάψει. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἔνιωσε σὰν ἀστραπὴ νὰ τοῦ κομματιάζεται τὸ μπράτσο, ἄναψε φῶς καὶ γνώρισε τὸν ἑαυτό του.
(Διόρθωσα ἕνα δυὸ ἀστοχίες στὴ μετάφραση...)
[Λίνου Πολίτη, Γύρω στὸν Σολωμό, σελ. 56, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα, 2009]
