Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ
(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)
Νέος ἄγγλος στρατιώτης ἐκατασπαράχτηκε ἀπὸ ἕναν πόρφυρα — ἔτσι ὀνομάζεται εἰς τὴν Κέρκυρα τὸ θαλασσινὸ τέρας, τὸ λεγόμενο καὶ σμπρίλιος, σκυλόψαρο, καὶ μὲ τὸ ἀρχαῖο του ὄνομα, σωζόμενον ἀκόμη, καρχαριάς, τὸ γαλλιστὶ requin — ἐνῶ ἐκολυμποῦσε μέσα εἰς τὸ λιμένα τῆς Κέρκυρας, καὶ τὴν ἀκόλουθην ἠμέρα τὰ κύματα ἔβγαλαν εἰς τ᾽ ἀκρογιάλι τοῦ Κάστρου ἕνα ἀπομεινάρι ἀπὸ τὸ σῶμα. Τὸ πραγματικὸ αὐτὸ συμβεβηκὸς εἶναι ἡ ὑπόθεση τούτου τοῦ ποιήματος . . . . Τὰ Ἀποσπ. 3-5 εἶναι εἰς τὸ στόμα τοῦ κολυμπιστῆ, εἰς τὴ στιγμὴ ὁποὺ λατρεύει τὲς ὀμορφιὲς τῆς φύσης, ὀλίγο πρὶν ἀπαντήση τὸ τέρας τοῦ πελάγου.
1.
Ἡ Κόλαση πάντ᾽ ἄργυπνη σοῦ στήθηκε τριγύρω·
Ἀλλὰ δὲν ἔχει δύναμη πάρεξ μακριὰ καὶ πέρα
Μακριά ᾽πὸ τὴν Παράδεισο, καὶ σὺ σ᾽ ἐσέ ᾽χεις μέρος·
Μέσα στὰ στήθια σου τ᾽ ἀκοῦς, Καλέ, νὰ λαχταρίζη;
ἄλλη γραφή:
Τῆς Κόλασης οἱ δύναμες σοῦ στήθηκαν τριγύρω,
Ἄλλες κρυφές, πολύ κρυφές, κι᾽ ἄλλες ξεντροπιασμένες,
Ὅμως αὐτὲς δὲν ἠμποροῦν νὰ βλάψουν . . .
2.
Κοιτᾶς τοῦ ρόδου τὴ λαμπρὴ πρώτη χαρὰ τοῦ ἥλιου,
Ναὶ πρώτη, ἀλλ᾽ ὅμως δεύτερη ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου!
ἄλλη γραφή:
Βγαίνει τὸ ρόδο θαυμαστό, πρώτη χαρὰ τοῦ ἥλιου,
Ἀλλ᾽ ὅμως δεύτερη, Καλέ, ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου!
3.
"Χιλιάδες ἄστρα στὸ λουτρὸ μ᾽ ἐμὲ νὰ στείλ᾽ ἡ νύχτα!"
ἄλλες γραφές:
"Καὶ χίλ᾽ ἀστέρια στὸ λουτρὸ μ᾽ ἐμὲ νὰ κολυμπούνε!"
—
"Χίλι᾽ ἄστρα στὸ λουτρὸ μ᾽ ἐμὲ, κι᾽ ἐγὼ, κι᾽ ἐγὼ μ᾽ ἐκεῖνα!"
—
"Νὰ ρίξη στὸ λουτρὸ μ᾽ ἐμὲ χίλιες χιλιάδες ἄστρα."
4.
"Γελᾶς καὶ σὺ στὰ λούλουδα, χάσμα τοῦ βράχου μαῦρο."
ἄλλες γραφές:
Κι᾽ ἀνάμεσα στῆς θάλασσας καὶ τ᾽ οὐρανοῦ τὰ κάλλη,
Ποὔναι . . . . στὸ φῶς δεμένα, στὴν ἀγάπη,
Εἶσαι καὶ σύ, κατσάβραχο, σὰν νύφη στολισμένο.
—
Στ᾽ ἄνθη γελᾶς κι᾽ εἶσ᾽ ὄμορφο, χάσμα τοῦ βράχου μαῦρο.
5.
"Κοντά ᾽ναι τὸ χρυσόφτερο καὶ κατὰ δῶ γυρμένο,
Π᾽ ἄφησε ξάφνου τὸ κλαδὶ γιὰ τοῦ γιαλοῦ τὴν πέτρα,
Καὶ κεῖ γρικᾶ τῆς θάλασσας καὶ τ᾽ οὐρανοῦ τὰ κάλλη,
Καὶ κεῖ τραβᾶ τὸν ἦχο του μ᾽ ὅλα τὰ μάγια πὄχει.
Γλυκά ᾽δεσε τὴ θάλασσα καὶ τὴν ἐρμιὰ τοῦ βράχου,
Καὶ τ᾽ ἄστρο κράζει πάρωρα, καὶ πρέπει να προβάλη.
Πουλί, πουλάκι, ποὺ σκορπᾶς τὸ θαῦμα τῆς φωνῆς σου,
Εὐτυχισμὸς ἂ δέν εἶναι τὸ θαῦμα τῆς φωνῆς σου,
Καλὸ στὴ γῆ δὲν ἄνθισε, στὸν οὐρανό, κανένα.
Ἀλλ᾽ ἄχ! νὰ δώσω μία πλεξιά, καὶ νἄμαι καὶ φθασμένος,
Ἀκόμ᾽, ἀφρέ μου, νὰ βαστᾶς, καὶ νἄμαι γυρισμένος,
Μὲ δύο φιλιὰ τῆς μάνας μου, μὲ φούχτα γῆ τῆς γῆς μου."
ἄλλες γραφές:
Στ. 1-2:
Μακριά ᾽ναι τὸ χρυσόφτερο καὶ κατὰ δῶ γυρμένο
—
Πῶς κάνει τ᾽ ὄμορφο πουλί ποὔν᾽ κατὰ δῶ γυρμένο
Κι᾽ ἄφησε ξάφνου τὸ κλαδὶ γιὰ τοῦ γιαλοῦ τὴν πέτρα
—
Πουλάκι, ποὔσαι κατὰ δῶ ἀσάλευτα . . .
Κι᾽ἄφησες τ᾽ ὄμορφο κλαδὶ γιὰ τοῦ γιαλοῦ τὴν πέτρα,
Κι᾽ ἀσάλευτά ᾽σαι κατὰ δῶ, πουλάκι, γυρισμένο·
Πές μου, μὴ δέν εἶναι τῆς γῆς τὰ μάγια τῆς φωνῆς σου;
Στ. 5-6:
Πουλί, μὴ δέν εἶναι τσῆ γῆς τὰ μάγια τῆς φωνῆς σου;
Γλυκά ᾽δεσαν τὴ θάλασσα καὶ τὴν ἐρμιὰ τοῦ βράχου
Καὶ εἶναι βγαλμένο πάρωρα τ᾽ ἀστρὶ στὴν ὀμορφιά του
—
Γλυκά ᾽δεσες τὴ θάλασσα καὶ τὴν ἐρμιὰ τοῦ βράχου
Στ. 6:
Τ᾽ ἀστρὶ στὰ κάλλη του καλοῦν, καὶ πρέπει νὰ προβάλη
—
Καὶ πρέπει νἄβγη πάρωρα τ᾽ ἀστρὶ στὴν ὀμορφιά του
—
Κι᾽ ἂ δὲν εἶν᾽ ὥρα γιὰ τ᾽ ἀστρί, θὲ νὰ συρθῆ καὶ νἄβγη
Στ. 7:
Πουλί, πουλάκι, ποὺ λαλεῖς μ᾽ ὅλα τὰ μάγια πὄχεις
Στ. 9:
Καλὸ δὲν ἄνθισε στὴ γῆ, στὸν οὐρανό, κανένα
Στ. 10:
Νὰ μπόρουν, ἄχ, νὰ μπόρουνα νὰ φθάσω κολυμπώντας
Στ. 11:
Ἀφρέ μ᾽ ἀκόμα νὰ βαστᾶς καὶ νἄμαι γυρισμένος
Στ. 11-12:
Δὲν τὄλπιζα νἄν᾽ ἡ ζωὴ μέγα καλὸ καὶ πρῶτο!
Ἀλλ᾽ ἄχ! νὰ μπόρουνα σὰν ἀστραπὴ νὰ τρέξω!
Βγαλμέν᾽ ἀστρὶ νὰ μήν εἶναι καὶ νἄμαι γυρισμένος
Μὲ τῆς μητρός μου φίλημα, μὲ φούχτα γῆ τῆς γῆς μου.
—
Βγαλμέν᾽ ἀστρὶ νὰ μήν εἶναι στοῦ . . . . τὲς ἀγκάλες
6.
"Φιλῶ τὰ χέρια μ᾽ καὶ γλυκὰ τὸ στῆθος μ᾽ ἀγκαλιάζω.
Ἀνοιχτά πάντα κι᾽ ἄγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου.
Ποιά πηγὴ τάχα σὲ γεννᾶ, χαριτωμένη βρύση;"
ἄλλες γραφές:
Πράμα δὲ σώζεται στὴ γῆ, στὸν οὐρανό, κανένα.
Τα χέρια μου γλυκοφιλῶ καὶ τὸ σφιχταγκαλιάζω.
Θεοτικὸ τριαντάφυλλο στὴν κόλαση πεσμένο.
7.
Φύση, χαμόγελ᾽ ἄστραψες κι᾽ ἐγίνηκες δική του·
Ἐλπίδα, τὄδεσες τὸ νοῦ μ᾽ ὅλα τὰ μάγια πὄχεις·
Νιὸς κόσμος ὄμορφος παντοῦ χαρᾶς καὶ καλοσύνης.
Γύρου κοιτᾶ νὰ τὸν ἰδῆ . . . . . . .
Κοντά ᾽ναι κεῖ στὸν νιὸν ὀμπρὸς ὁ τίγρης τοῦ πελάγου.
Κι᾽ ἀλιά! μακριά ᾽ναι τὸ σπαθί, μακριά ᾽ναι τὸ τουφέκι!
Ἀλλ᾽ ὅπως ἔσχισ᾽ εὔκολα βάθος τρανὸ κι᾽ ἐβγῆκε,
Κι᾽ ὅρμησε . . . . . . . . . . .
Κατὰ τὸν κάτασπρο λαιμὸ ποὺ λάμπει ὡσὰν τὸν κύκνο,
Κατὰ τὸ στήθος τὸ πλατὺ καὶ τὸ ξανθὸ κεφάλι,
Κατὰ τὴ μεγαλόψυχη γλυκιὰ πνοὴ τῆς νιότης,
Ἔτσι κι᾽ ὁ νιὸς . . . . . . . . . .
Τῆς φύσης ἀπὸ τς ὄμορφες καὶ δυνατὲς ἀγκάλες,
Ὁποὺ τὸν ἐγλυκόσφιγγε καὶ τοῦ γλυκομιλοῦσε, —
Κι᾽ εὐθὺς ξυπνᾶ στ᾽ ἐλεύθερο γυμνὸ κορμὶ π᾽ ἀστράφτει,
Τὴν τέχνη τοῦ κολυμπιστῆ μ᾽ αὐτὴν τοῦ πολεμάρχου.
ἄλλες γραφές:
Στ. 1-3:
Κι᾽ ἡ φύσις ὅλη τοῦ γελᾶ καὶ γένεται δική του.
Ἐλπίδα, τὸν ἀγκάλιασες καὶ τοῦ κρυφομιλοῦσες
Καὶ τοῦ σφιχτόδεσες τὸ νοῦ μ᾽ ὅλα τὰ μάγια πὄχεις.
Νιὸς κόσμος δόξας καὶ χαρᾶς ἀνθίζει στὴν ψυχή του.
Στ. 3:
Παντοῦ νιὸς κόσμος ὀμορφιᾶς, χαρᾶς καὶ καλοσύνης
—
Νιὸς κόσμος μὲ τριγύρισε χαρᾶς καὶ καλοσύνης
Στ. 5:
Ἀλλ᾽ ἀπαντοῦν τὰ μάτια του τρανὸ θεριὸ πελάγου
—
Κοντά του ᾽ναι στὸν νιὸν ὀμπρὸς κτλ.
Στ. 7:
Ἀλλ᾽ ὅπως ἔσχισ᾽ εὔκολα βαθιὰ νερὰ κι᾽ ἐβγῆκε
—
Ἀλλ᾽ ὅπως ἔσχισ᾽ εὔκολα βυθὸ τρανὸ κι᾽ ἐβγῆκε
Στ. 15:
Ἐλεύτερον . . . μ᾽ ὅλες τὶς δύναμές του
Εὐτὺς . . . . . τὸ λευκὸ κορμί, κι᾽ ἑνώνει
Κι᾽ ἑνώνει στὸ γυμνὸ κορμὶ . . . .
Στ. 16:
Τὴν τέχνη τοῦ κολυμπιστῆ καὶ τὴν ὁρμὴ τῆς μάχης.
—
—
Τὴν τέχνη τοῦ κολυμπισμοῦ κτλ.
8.
Πρὶν πάψ᾽ ἡ μεγαλόψυχη πνοὴ χαρὰ γεμίζει·
Ἄστραψε φῶς κι᾽ ἐγνώρισεν ὁ νιὸς τὸν ἑαυτό του·
Οἱ κόσμοι γύρου ν᾽ ἄνοιγαν κορόνες νὰ τοῦ ρίξουν,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀπομεινάρι θαυμαστὸ ἐρμιᾶς καὶ μεγαλείου,
Ὄμορφε ξένε καὶ καλέ, καὶ στὸν ἀνθὸ τῆς νιότης,
Ἄμε καὶ δέξου στὸ γιαλὸ τοῦ δυνατοῦ τὴν κλάψα.
ἄλλες γραφές:
Ἡ μεγαλόψυχη πνοὴ εὐτύχησε πρὶν πάψη·
Ἄστραψε φῶς κι᾽ ἐγνώρισε γοργὰ τὸν ἑαυτό του
—
Πρὶν πάψ᾽ ἡ μεγαλόψυχη πνοὴ χαροποιέται
. . . . . πὼς ποτὲ κανεὶς δὲ θὰ τὸ μάθη.
[Διονυσίου Σολωμοῦ, ΑΠΑΝΤΑ - Τόμος πρῶτος / ΠΟΙΗΜΑΤΑ, σελ. 251-255, Ἐπιμέλεια - Σημειώσεις: Λίνου Πολίτη, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα, 2012]
