ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ
Τὴν ἄλλη φορά [π]οὺ σοῦ ἔγραψα ἐξαστόχησα νὰ σοῦ ἀν[τ]ιγρ[ά]ψω [τὲ]ς δύο στροφές ὁποὺ ἐκόλλησα κατὰ τὸ τέλος τοῦ ποιήματος. Εἶναι φύσις τοῦ ἀνθρώπου ὅταν ἐνοστιμεύθη ἕνα πράγμα καλά, καὶ γιὰ πολλὲς φορές, νὰ δυσκολεύεται εἰς ὅ,τι ἀλλαγὴ ἢ αὔξησιν ἠμπορεῖ ὁ ποιητὴς νὰ κάμει, καὶ ἄς εἶναι καὶ εἰς τὸ καλλιότερον. Λὲς καὶ ἡ ψυχή του ἐπῆρε quella piega (τούτη τὴν τσάκιση, τὴν πτυχὴ) καὶ δὲν δύναται νὰ ἀλλάξει `τὰ´ κινήματα ὁποὺ ἡ συνήθεια τὸν ἔκαμε εἰς ἐκεῖνον καὶ ὄχι σὲ ἄλλον τρόπον νὰ αἰσθανθεῖ. Ἐτοῦτο εἶναι, μοῦ φαίνεται, τὸ δίκιο γιὰ τὸ ὁποῖον κάποιο<ς> μοῦ εἶπε ὅτι οἱ δυὸ στροφὲς ἀργοποροῦν τὸ τέλος τοῦ ποιήματος. `Ἡ ἄργητα λοιπὸν εἶναι relativa (σχετικὴ), ὅμως´ ἔχουν δίκιο: ἀλλὰ ἔχω δίκιο κ(αὶ) ἐγώ: γιατὶ ὅτα τὲς ἔκαμα οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς μου δὲν ἦτο ἥσυχες. Ἔπειτα παρατηρῶ ὅτι λίγοι ἄκουσαν τὸ ποίημα <μ>πρὸς <σ>τοὺ<ς> τόσους ὁποὺ δὲν τὸ γρί[κησαν] ..... [θέλει] τὸ τυπώσω βέβαια......
[Λίνου Πολίτη, Γύρω στὸν Σολωμό, σελ. 199-200, ἐκδ. ΜΙΕΤ, Ἀθήνα, 2009]
Πρόκειται λοιπὸν γιὰ κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικό: ὁ Σολωμὸς κάνει κριτικὴ σὲ ποίημα δικό του καὶ ὑποστηρίζει μιὰ προσθήκη ποὺ ἔκαμε. Ποιὸ εἶναι ὅμως τὸ ποίημα; Νομίζω πὼς μόνο σ᾽ ἕνα ἀπὸ τὰ ποιήματα (τῆς Ζακυθινῆς περιόδου φυσικά) ταιριάζει τὸ περιεχόμενο τοῦ γράμματος: στὴν «Ξανθούλα».
Λίνος Πολίτης, σ. 200
Πρόκειται λοιπὸν γιὰ κάτι ἐξαιρετικὰ σημαντικό: ὁ Σολωμὸς κάνει κριτικὴ σὲ ποίημα δικό του καὶ ὑποστηρίζει μιὰ προσθήκη ποὺ ἔκαμε. Ποιὸ εἶναι ὅμως τὸ ποίημα; Νομίζω πὼς μόνο σ᾽ ἕνα ἀπὸ τὰ ποιήματα (τῆς Ζακυθινῆς περιόδου φυσικά) ταιριάζει τὸ περιεχόμενο τοῦ γράμματος: στὴν «Ξανθούλα».
Λίνος Πολίτης, σ. 200
