Ἐκεῖνο ποῦ τὸν ἔβλαπτε φοβερὰ καὶ τὸν ἔκανε πολλὲς φορὲς ἀντιπαθητικὸ ὅπως καὶ πάλι εἶπα, ἦταν τὰ νεῦρα του. Μιὰ φορὰ στὴν Κέρκυρα ἐνῷ περπατοῦσε στὴ Σπιανάδα, ἕνας πολὺ καλὸς Ἄγγλος τὸν ἐκύτταζε μὲ περίεργη ἐπιμονή. Ἴσως τοῦ εἶχαν μιλήσει γιὰ τὸ ποιητικό του ἔργο καὶ ἤθελε νὰ τὸν ἰδῆ καλά. Ὁ ποιητὴς ὅμως κακοφανίσθη γιὰ τὸ ἐπίμονο ἐκεῖνο κύτταγμα, ἀγρίεψε, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ ἔδωσε ἕνα μπάτσο δυνατό.
[Κώστα Καιροφύλα, Ὁ ἄγνωστος Σολωμός, σελ. 17, ἐκδ. Στοχαστή, Ἀθήνα, 1927]
