Τι είναι η φαινομενολογία; Ίσως φανεί παράξενο που χρειάζεται ακόμη να ρωτάμε αυτό το πράγμα μισόν αιώνα μετά τις πρώτες εργασίες του Χούσσερλ. Το ερώτημα ωστόσο πολύ απέχει από το να έχει λυθεί. Η φαινομενολογία είναι η μελέτη των ουσιών κι όλα τα προβλήματα ανάγονται, κατ' αυτήν, στον ορισμό των ουσιών: της ουσίας της αντίληψης, της ουσίας της συνείδησης, λόγου χάρη. Η φαινομενολογία όμως είν' επίσης μια φιλοσοφία που αποκαθιστά τις ουσίες μέσα στην ύπαρξη και δεν πιστεύει ότι μπορούμε να καταλάβουμε τον άνθρωπο και τον κόσμο παρά με βάση την «πλασματικότητά» τους. Είναι μια υπερβατική φιλοσοφία που θέτει υπό αμφισβήτηση, προκειμένου να τις καταλάβεις, τις αποφάνσεις της φυσικής στάσης, αλλά είν' επίσης μια φιλοσοφία για την οποία ο κόσμος είναι πάντα «ήδη εκεί» πριν από την νόηση, σαν μια αναπαλλοτρίωτη παρουσία, και όλη της η προσπάθεια τείνει στο να βρεθεί αυτή η αφελής επαφή με τον κόσμο για να της δοθεί επιτέλους ένα φιλοσοφικό καταστατικό. Είναι η φιλοδοξία μιας φιλοσοφίας που θέλει τον εαυτό της μιαν «ακριβή επιστήμη», αλλά είν' επίσης μια έκθεση του χώρου, του χρόνου, του κόσμου που «ζούμε». Είναι το πείραμα μιας άμεσης περιγραφής της εμπειρίας μας ατόφιας, κι ανεξάρτητα από την ψυχολογική της γένεση κι απ' τις αιτιολογικές ερμηνείες που μπορούν να παρέχουν γι' αυτήν ο επιστήμονας, ο ιστορικός ή ο κοινωνιολόγος, και εντούτοις ο Χούσσερλ, στις τελευταίες εργασίες του κάνει λόγο για μια «γενετική φαινομενολογία» και μάλιστα για μια «κατασκευασμένη φαινομενολογία». Θέλουμε μήπως να άρουμε αυτές τις αντιφάσεις διακρίνοντας τη φαινομενολογία του Χούσσερλ από εκείνη του Χάιντεγγερ; Μα όλο το Sein und Zeit (Είναι και Χρόνος) βγήκε από μια ένδειξη του Χούσσερλ και δεν είναι εν συντομία παρά μια διασαφήνιση της natürlichen Weltbegriff («φυσικής έννοιας του κόσμου») ή του Lebenswelt («βιωμένου κόσμου») που στο τέλος της ζωής του ο Χούσσερλ έδινε σαν πρωταρχικό θέμα στη φαινομενολογία, έτσι ώστε η αντίφαση επανεμφανίζεται μέσα στη φιλοσοφία του Χούσσερλ. Ο βιαστικός αναγνώστης θα εγκαταλείψει την προσπάθεια να περιχαράξει μια διδασκαλία που τα είπε όλα και θα διερωτηθεί μήπως μια φιλοσοφία που δεν καταφέρνει να προσδιορισθεί αξίζει όλο τον θόρυβο που γίνεται γύρω της — και μήπως δεν πρόκειται μάλλον για μύθο ή για μόδα.
Ακόμη κι αν ήταν έτσι, θα έμενε να καταλάβουμε το γόητρο αυτού του μύθου και την προέλευση αυτής της μόδας, κι η φιλοσοφική σοβαρότητα θα μεταφράσει την κατάσταση αυτή λέγοντας πως η φαινομενολογία ενασκείται και αναγνωρίζεται σαν τρόπος ή σαν ύφος, υπάρχει σαν κίνημα, προτού φθάσει σε μια ολοκληρωμένη φιλοσοφική συνείδηση. Βρίσκεται καθ' οδόν από πολύ καιρό, οι οπαδοί της τη βρίσκουν παντού, στον Χέγκελ και στον Κίρκεγκωρ βέβαια, αλλά επίσης στον Μαρξ, στον Νίτσε, στον Φρόυντ. Ένα φιλολογικό σχόλιο των κειμένων δεν θα μας βοηθούσε διόλου: δεν βρίσκουμε στα κείμενα παρά ό,τι έχουμε προβάλει, κι αν κάποτε —η ιστορία— ζήτησε την ερμηνεία μας, αυτή είναι η ιστορία της φιλοσοφίας. Εντός μας βρίσκουμε την ενότητα της φαινομενολογίας και το αληθινό της νόημα. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο να καταμετρήσουμε τις παραθέσεις όσο να προσδιορίσουμε και ν' αντικειμενοποιήσουμε αυτή τη φαινομενολογία για μας που κάνει πολλούς από τους συγχρόνους μας, διαβάζοντας τον Χούσσερλ ή τον Χάιντεγγερ, να έχουν την αίσθηση πολύ λιγότερο πως συναντούν μια νέα φιλοσοφία παρά πως αναγνωρίζουν εκείνο που ανέμεναν. Η φαινομενολογία δεν είναι προσιτή παρά σε μια φαινομενολογική μέθοδο. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να δέσουμε με αποφασιστικότητα τα περίφημα φαινομενολογικά θέματα όπως έχουν δεθεί αυθόρμητα μέσα στη ζωή. Θα καταλάβουμε ίσως τότε γιατί η φαινομενολογία παρέμεινε επί πολύ καιρό σε κατάσταση αρχινίσματος, προβλήματος και ευχής.
Ακόμη κι αν ήταν έτσι, θα έμενε να καταλάβουμε το γόητρο αυτού του μύθου και την προέλευση αυτής της μόδας, κι η φιλοσοφική σοβαρότητα θα μεταφράσει την κατάσταση αυτή λέγοντας πως η φαινομενολογία ενασκείται και αναγνωρίζεται σαν τρόπος ή σαν ύφος, υπάρχει σαν κίνημα, προτού φθάσει σε μια ολοκληρωμένη φιλοσοφική συνείδηση. Βρίσκεται καθ' οδόν από πολύ καιρό, οι οπαδοί της τη βρίσκουν παντού, στον Χέγκελ και στον Κίρκεγκωρ βέβαια, αλλά επίσης στον Μαρξ, στον Νίτσε, στον Φρόυντ. Ένα φιλολογικό σχόλιο των κειμένων δεν θα μας βοηθούσε διόλου: δεν βρίσκουμε στα κείμενα παρά ό,τι έχουμε προβάλει, κι αν κάποτε —η ιστορία— ζήτησε την ερμηνεία μας, αυτή είναι η ιστορία της φιλοσοφίας. Εντός μας βρίσκουμε την ενότητα της φαινομενολογίας και το αληθινό της νόημα. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο να καταμετρήσουμε τις παραθέσεις όσο να προσδιορίσουμε και ν' αντικειμενοποιήσουμε αυτή τη φαινομενολογία για μας που κάνει πολλούς από τους συγχρόνους μας, διαβάζοντας τον Χούσσερλ ή τον Χάιντεγγερ, να έχουν την αίσθηση πολύ λιγότερο πως συναντούν μια νέα φιλοσοφία παρά πως αναγνωρίζουν εκείνο που ανέμεναν. Η φαινομενολογία δεν είναι προσιτή παρά σε μια φαινομενολογική μέθοδο. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να δέσουμε με αποφασιστικότητα τα περίφημα φαινομενολογικά θέματα όπως έχουν δεθεί αυθόρμητα μέσα στη ζωή. Θα καταλάβουμε ίσως τότε γιατί η φαινομενολογία παρέμεινε επί πολύ καιρό σε κατάσταση αρχινίσματος, προβλήματος και ευχής.
[Maurice Merleau-Ponty, Προοίμιο στη φαινομενολογία της αντίληψης, σελ. 17-19, μτφ. Φώτη Καλλία, εκδ. Έρασμος, Αθήνα, 1977]
Η αλήθεια δεν «κατοικεί» μόνο στον «εσωτερικό άνθρωπο» (Ιερός Αυγουστίνος) ή μάλλον δεν υπάρχει εσωτερικός άνθρωπος, ο άνθρωπος στον κόσμο, στον κόσμο που γνωρίζεται. Όταν επιστρέφω στον εαυτό μου από τον δογματισμό του κοινού νου ή τον δογματισμό της επιστήμης, βρίσκω όχι μιαν εστία μύχιας αλήθειας, αλλά ένα υποκείμενο αφιερωμένο στον κόσμο.
σ. 24
