24-7-2018


                               Ο ΘΑΝΑΤΟΣ  ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ

Νά μία βοσκούλα στο βουνό, που κάθεται και κλαίει, 
και τα παράπονα η σπηλιά γλυκά τα ματαλέει: 
Εψές μου απέθανε ο βοσκός, και τέσσεροι στον ώμο
μου τον επήραν τέσσεροι στον ύστερό του δρόμο.
Βραχνόφωνα ο καλόγερος ανάδευε τα χείλα·
του νεκροκρέβατου συχνά ετρίζανε τα ξύλα.
Θυμούμαι που εκαθόμαστε αντάμα εκεί στη βρύση·
ποιος απ' εμάς, ελέγαμε, περσότερο θα ζήσει;
Και λέγοντα: Ποιος απ' εμάς περσότερο θα ζήσει;
'Φθυς κατ' εμάς εβούιξε φριχτά το Π ο ι ο ς  θ α  ζ ή σ ε ι.
Τότες ο ηγαπημένος μου εστέναξε απ' τα στήθη,
και τού 'πα: Τι έχεις στην καρδιά; Κι' αυτός δε μ' απεκρίθη.
Δυστυχισμένη συντροφιά! Που το χαρούμεν' άνθι
της νιότης μας της τρυφερής ογλήγορα εμαράνθη.
Ω θάνατε, λυπήσου με, λυπήσου με και φθάσε·
ένα αναστέναγμα γλυκό μου φαίνεται πως θά 'σαι.
Μού 'πανε πως μεσάνυχτα τον βάνουνε στο μνήμα
και τσού 'δωκα το ρούχο μου για το στερνό του εντύμα.
Φωνάζω, σκούζω δυνατά στον τάφο του γυρμένη,
μα δεν ακούνε τες φωνές στον τάφο οι πεθαμένοι.
Κείνοι που θα με θάψουνε, ακόμη αν μ' αγαπούνε,
ας βάλουνε τα χέρια μας νεκρά ν' αγκαλιασθούνε.


[Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά, σελ. 56φιλολογική επιμέλεια: Γιώργος Βελουδής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008]


και τα παράπονα η σπηλιά γλυκά τα ματαλέει

'Φθυς κατ' εμάς εβούιξε φριχτά το Π ο ι ο ς  θ α  ζ ή σ ε ι

και τσού 'δωκα το ρούχο μου για το στερνό του εντύμα

Ο ΧΡΟΝΟΣ