Πατούσε και γλιστρούσε. Οι βράχοι αιωρούνταν σα δόντια έτοιμα να πέσουν. Δεν είχε από πού να πιαστεί. Ήξερε πως απ' όπου και να πιανόταν θα έπεφτε. Αποφάσισε να σέρνει τα πόδια της στη γη. Όσο ένιωθε το χώμα θα ήταν ασφαλής. Το φως ανέβαινε πίσω απ' τα βουνά. Πορτοκαλί. Ακούστηκε φωνή να την καλεί: Μαριώ, έλα πιο γρήγορα. Κάνε πιο γρήγορα. Ο Θεός σου θα φύγει. Δε θα σε περιμένει για πάντα. Θυμήσου τα βήματα. Θυμήσου τα λόγια.
Εκεί που το σώμα της απ' την τόση φούρια είχε αρχίσει να ζεσταίνεται και η ανάσα της άχνιζε, στραβοπάτησε. Κύλησε στα χώματα και στις πέτρες. Έπεφτε, στριφογυρίζοντας όπως στο όνειρο που χόρευε με τα χέρια ανοιχτά και τα μάτια κλειστά. Έβγαλε μια δυνατή κραυγή. Κανένας δεν την άκουσε. Μόνο τα βουνά. Αντιλάλησε κι έσβησε. Έπεσε σ' ένα βράχο κι ο λαιμός της άνοιξε στα δύο. Σπάσαν τα πλευρά της. Σπάσανε τα χέρια της κι έπεσε σε μεγάλο νερό. Για μια στιγμή μονάχα, είδε το πρόσωπό της στο νερό.
[Νικήτας Μ. Παπακώστας, Καληνύχτα καλούδια μου, σελ. 53-54, εκδ. Δώμα, Αθήνα, 2018]
Εκεί που το σώμα της απ' την τόση φούρια είχε αρχίσει να ζεσταίνεται και η ανάσα της άχνιζε, στραβοπάτησε. Κύλησε στα χώματα και στις πέτρες. Έπεφτε, στριφογυρίζοντας όπως στο όνειρο που χόρευε με τα χέρια ανοιχτά και τα μάτια κλειστά. Έβγαλε μια δυνατή κραυγή. Κανένας δεν την άκουσε. Μόνο τα βουνά. Αντιλάλησε κι έσβησε. Έπεσε σ' ένα βράχο κι ο λαιμός της άνοιξε στα δύο. Σπάσαν τα πλευρά της. Σπάσανε τα χέρια της κι έπεσε σε μεγάλο νερό. Για μια στιγμή μονάχα, είδε το πρόσωπό της στο νερό.
[Νικήτας Μ. Παπακώστας, Καληνύχτα καλούδια μου, σελ. 53-54, εκδ. Δώμα, Αθήνα, 2018]
