17-7-2018


                         Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΗΣ

Πες μου, θυμάσαι, αγάπη μου, εκείνη την παιδούλα,
οπού 'χε στα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα;
Οπού 'χε σαν παρθενικό τραντάφυλλο το στόμα,
πού 'χε τα μάτια γαλανά σαν τ' ουρανού το χρώμα;
Που προς το βράδυ πάντοτε μονάχη επερπατούσε
κ' είχε κοντά της έν' αρνί που την ακολουθούσε;
Που καθισμένη ευρίσκαμε στο έρμο περιγιάλι
και λυπηρά ετραγούδαε της άνοιξης τα κάλλη;
Αχ! το τραγούδι ακλούθαε κοιτάζοντας το κύμα
με τόση λύπη που έλεγες οπώς εκοίταε μνήμα.
Τη μαύρη! την απάντησα το χάραμα στο δρόμο,
αλλά την κόρη τέσσεροι την είχανε στον ώμο·
χυμένα ήταν σ' όλο της το λείψανο, που ευώδα,
γιούλια, μοσκούλες και γαντσιές, τραντάφυλλα και ρόδα.
Σβησμένα ήταν τα μάτια της, που φέγγαν σαν αστέρια,
και με κορδέλες κόκκινες δεμένα είχε τα χέρια.
Αχ! κατεβάζοντάς τηνε οι τέσσεροι απ' το βράχο
κανείς δεν την ακλούθαε πάρεξ το αρνί μονάχο,
και μαραμένα ήτανε τα ανθηρά στολίδια,
που κάθε αυγή του εμάζωνε και του έπλεκεν η ίδια.
Τ' αρνί μόνον ακλούθαε, μπε μπε, μπε μπε φωνάζει,
πάντα μπε μπε, πάντα μπε μπε, και την παιδούλα κράζει.
Με το κουδούνι στο λαιμό εις τους γκρεμούς περπατάει·
ντιν ντιν κουδούνιζε κοντά εις το στερνό κρεβάτι.
Ετούτη είναι, κόρη μου, η όμορφη παιδούλα,
οπού 'χε στα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα.


[Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά, σελ. 55φιλολογική επιμέλεια: Γιώργος Βελουδής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008]


Με το κουδούνι στο λαιμό εις τους γκρεμούς περπατάει

Ο ΧΡΟΝΟΣ