Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΟΣΣΙΑΝΟΥ
Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι· ειρήνη
όλην, όλη τη φύση ακινητούσε,
και μέσα από την έρημη την κλίνη
τ' αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε·
τριγύρω γύρω η νυχτική γαλήνη
τη γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε·
απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει,
κι' ομπροστά μου ένας γέροντας μου εφάνη.
Στο ακρογιάλι αναπαυότουν ο γέρος·
στα παλαιά τα ρούχα τα σχισμένα
γλυκά γλυκά το φύσημα του άερος
τ' αριά μαλλιά του εσκόρπαε τ' ασπρισμένα,
κι' αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος
τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα·
αγάλι γάλι ασηκώθη από χάμου
κι ωσάν νά 'χε το φως ήλθε κοντά μου.
[Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά, σελ. 54, φιλολογική επιμέλεια: Γιώργος Βελουδής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008]
ειρήνη
όλην, όλη τη φύση ακινητούσε
τριγύρω γύρω η νυχτική γαλήνη
γλυκά γλυκά το φύσημα του άερος
κι' αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος
