17-5-2018


                                       1

Τα ωραία πλάσματα ποθούμε να βλασταίνουν,
Της ομορφιάς ποτέ το ρόδο να μη σβήνει,
Κι ώριμα πια, όταν σαπίζουν και πεθαίνουν,
Σ' έναν απόγονο η μνήμη τους να μείνει.
Λατρεύεις μόνο του ματιού σου την αχτίνα,
Τη φλόγα συντηρείς, μα δαπανάς εσένα,
Εκεί που υπάρχει αφθονία φέρνεις πείνα,
Στον εαυτό σου εχθρός, δε θες οίκτο κανένα.
Του κόσμου αν είσαι δροσερό στολίδι τώρα
Κι όπως ο κήρυκας της άνοιξης γιορτάζεις,
Μες στο μπουμπούκι θάβεις του καρπού τα δώρα,
Γλυκέ φιλάργυρε, σωρεύοντας ρημάζεις.
     Αυτό που οφείλεις δώσε, άσ' την απληστία!
     Εσύ κι η μαύρη γη αν το φάτε, αμαρτία.


                                     129

Σε μια ερημιά ντροπής ξοδεύοντας το πνεύμα:
Να της λαγνείας η πράξη· κι ώς να γίνει πράξη,
Ένοχη είναι, φόνισσα, διψά για αίμα,
Άγρια, αδυσώπητη, θέλει να υποτάξει.
Μόλις τη χαίρεσαι, αποστροφή θα γίνει·
Παράλογα την κυνηγάς· κι όταν την έχεις,
Παράλογα μισείς, σα δόλωμα εκείνη,
Επίτηδες, να τρελαθείς, να μην αντέχεις.
Τρελός σαν τη ζητάς, μα κι όταν σου ανήκει·
Δίνεσαι, δόθηκες, τη θες, πέρα απ' τα όρια.
Γεύση γλυκιά· τη γεύτηκες; η καταδίκη.
Πριν, προσδοκία χαράς· μετά, όνειρα σκόρπια.
     Τα ξέρουν όλοι αυτά, μα ούτε ένας δεν κοιτάει
     Ν' αφήσει τη χαρά στον Άδη που τον πάει.



[Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, ΣΟΝΕΤΑ, σελ. 9, 30, μτφ. Ερρίκος Σοφράς, εκδ. αντίποδες, Αθήνα, 2018]

Ο ΧΡΟΝΟΣ