21-1-2018


   Το ξέρω το ξέρω άραγε ότι αυτός που ήδη τον σκόπευαν οι Γερμανοί, καθώς δεν ανέμενε πλέον παρά την τελική διαταγή, ένιωσε ένα αίσθημα εξαίρετης ελαφρότητας, ένα είδος μακαριότητας (καμία όμως ευτυχία) — υπέρτατη αγαλλίαση; Η συνάντηση του θανάτου και του θανάτου;
   Δεν θα προσπαθήσω, αντί γι' αυτόν, να αναλύσω τούτο το αίσθημα ελαφρότητας. Ίσως να ήταν ξαφνικά ακατανίκητος. Νεκρόςαθάνατος. Ίσως η έκσταση. Μάλλον το συναίσθημα συμπόνιας για την πάσχουσα ανθρωπότητα, η ευτυχία να μην είσαι αθάνατος ούτε αιώνιος. Εφεξής ήταν δεμένος με το θάνατο, μέσω μιας υφέρπουσας φιλίας.



   Παράμενε εντούτοις, τη στιγμή που ο τουφεκισμός τελούσε εν αναμονή, το αίσθημα ελαφρότητας που αδυνατώ να το μεταφράσω: απαλλαγμένος από τη ζωή; Το άπειρο που διανοίγεται; Ούτε ευτυχία ούτε δυστυχία. Ούτε απουσία του φόβου και ίσως, ήδη, το βήμα προς το επέκεινα. Το ξέρω, φαντάζομαι πως αυτό το μη αναλύσιμο αίσθημα του άλλαξε ό,τι απέμενε από την ύπαρξή του. Ωσάν ο θάνατος έξω από τον εαυτό του εφεξής να μην μπορούσε παρά να προσκρούσει στο θάνατο που ήταν μέσα του. «Είμαι ζωντανός. Όχι, είσαι νεκρός».


[Maurice Blanchot, Η στιγμή του θανάτου μου, σελ. 6-7, 10, μτφ: Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 2011]

Ο ΧΡΟΝΟΣ