6-9-2017


ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΙΣΜΕΝΟΙ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β' (Γ')

1 
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι' αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου,

— λογισμός κ' έργο κι' όνειρο! — τι χάρη έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μέσ' στο πανέρμο δάσος,

Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,

ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται και μέρ' είναι κρυμμένα.

Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου
κ' ευθύς εγώ του ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;

Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι!

2
Έργα και λόγια, στοχασμοί, στέκουμαι και κοιτάζω 

λουλούδια μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι,
κι' άσπρα, γαλάζια, κόκκινα καλούν χρυσό μελίσσι.

Μέσ' στα χαράματα συχνά και μέσ' στα μεσημέρια
και σα θολώσουν τα νερά και τ' άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κ' οι βράχοι.

Πέλαγο, μέγα πέλαγο βαρεί το καλυβάκι·

Αθάνατ' είσαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;»

Δειλιάζουν γύρω τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,

Μέσ' στα χαράματα συχνά και μέσ' στα μεσημέρια,
κι' ότα θολώσουν τα νερά, κι' όταν πληθύνουν τ' άστρα,
εσκίρθαν έξαφνα βαριά τα πέλαγα κ' οι βράχοι.

Ψαράς μακριά, π' απίθωσε στ' αγκίστρι τη ζωή του

Πέλαγο μέγ', αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι·

Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ' εμέ να κλάψεις».

3
Δεν τους βαραίνει ο πόλεμος, αλλ' έγινε πνοή τους,

4
Από το μαύρο σύγνεφο κι' από τη μαύρη πίσσα
αλλ' ήλιος, αλλ' αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος

κι' ο Ουρανός καμάρωνε κ' η Γη χειροκροτούσε.

Κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε

5
Από την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα,

Και τώρα δα, τ' αράθυμο πάτημ' αργοπορώντας,
κατά το Κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,
π' αγρίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη.

6
Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Ο Έρωτας εχόρεψε με τον ξανθόν Απρίλη
κ' η φύσις όλη βρίσκεται μέσ' στη γλυκιά της ώρα,
και στ' ουρανού την πλατωσιά και στα κρυφά του βάτου
ανάκουστοι κιλαηδισμοί και λιποθυμισμένοι.

Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μέσ' στην άβυσσο τη μοσκοβολισμένη
και παίρνουνε το μόσκο της κι' αφήνουν τη δροσιά τους,
κι' ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ' αναβρύζει κ' η ζωή σ' γη, σ' ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητο 'ναι κι' άσπρο,
ακίνητ' όπου κι' αν ιδείς και κάτασπρ' ώς τον πάτο,
με μικρόν ήσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα,
που 'χ' ευωδίσει τσ' ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.

Αλαφροήσκιωτε καλέ, γιά πες, απόψε τί 'δες;

«Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε
ούδ' όσο κάν' η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, που ασπρίζει μέσ' στη λίμνη,
μονάχο ανασηκώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι' όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του».

7
— Αγαπημένα σε καλεί, δροσάτα σε χαϊδεύει
γλυκός αέρας καθαρός, μοσκοβολιές χορτάτος

κι' ανάκουστους κιλαηδισμούς και λιποθυμισμένους.

— Έρμα 'ν' τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.

8
Άγγελε, μόνε σ' όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ' όνομα Αυτού που σ' τά 'πλασε τ' αγγειό τσ' ερμιάς τα θέλει.

Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα
χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!

Τα θέλω 'γω, να τά 'χω 'γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
εδώ, π' αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες.

Κι' άκουσα που 'λέγετε: «Πουλί, γλυκιά που 'ν' η φωνή σου!»

Αηδονολάλειε, στήθος μου, πριν το σπαθί σε σκίσει·
καλές πνοές, παρηγοριά στη βαριά νύχτα κ' έρμη.

Μ' εσάς να πέσω στο σπαθί, κι' άμποτε νά 'μαι πρώτη!

τα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο
και στη θωριά του είν' όμορφο το φως το μαγεμένο!

9 (Β 60)
να θόλωνε στα μάτια τους με κάτι που προβαίνει.

10
Εγύρισε η παράξενη του κόσμου η ταξιδεύτρα,
μού 'πε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ' ένα δάκρυ:

Κόψ' το νερό στη μάνα του, μπάσ' το στο περιβόλι,
στο περιβόλι της ψυχής το μοσκαναστημένο.

11
οπού 'δε σκιας παράδεισο και τηνε χαιρετάει
με του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,

12
Γλήγορα στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν!

13
Είν' έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
δρόμο να σκίσουν τα σπαθιά, κ' ελεύθεροι να μείνουν
οι εκείθε με τους αδελφούς, οι εδώθε με το χάρο.

14 (15)
Σαν ήλιος, οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη,
τ' όρος κατάχαρα βαρεί και σπίτια, ιδού, στη χλόη.




(αποσπάσματα των ήδη αποσπασμάτων)



[Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά - Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, σελ. 226-230, φιλολογική επιμέλεια: Γιώργος Βελουδής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008]

Ο ΧΡΟΝΟΣ