Να σκέφτεται δεν ήξερε. Σκέψεις του ερχόντουσαν πολλές, και καμιά φορά ήταν πολύ ζωντανές και ενδιαφέρουσες, αλλά δεν συνέθεταν ένα γερό, μακρύ νήμα· περιπλανιόντουσαν στο κεφάλι του σαν αγελάδες χωρίς βοσκό. Καμιά φορά, ώρες ολόκληρες περπατούσε, βυθισμένος σε σκέψεις, χωρίς να βλέπει ούτε ν' ακούει τίποτα γύρω του και μετά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε σκεφτεί. Παρεμβάλλονταν μερικοί υπόκωφοι υπαινιγμοί για κάποια σπουδαία, σημαντική άλλοτε θλιβερή, άλλοτε χαρούμενη διεργασία της ψυχής, αλλά σε τι κατέληγε, δεν μπορούσε να ξέρει. Και μόνο η διάθεσή του που όλο άλλαζε −πότε σκυθρωπή και εχθρική, πότε χαρούμενη, ευχάριστη, τρυφερή, αναζητώντας χάδια− του επέτρεπε να μαντέψει τον τύπο αυτής της αινιγματικής, μυστικής λειτουργίας κάπου στα απρόσιτα βάθη του νου. Ύστερα από μια συνηθισμένη αίσθηση −όποιες κι αν ήταν οι καθαρές σκέψεις− έμενε πάντα το ίδιο θλιμμένος, βαρύς κι απελπισμένος. Και κάθε φορά που έβγαινε από μια βαθιά περισυλλογή ένιωθε σαν να είχε ζήσει τις ώρες αυτές μια ατέλειωτη, μακριά, μια ατέλειωτη μαύρη νύχτα.
[Leonid Nikolayevich Andreyev, Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ, σελ.139-140, μτφ.Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, εκδ.Άγρα, Αθήνα, 2010]
