−Κατηγορούμενε! Τι έχετε να πείτε προς υπεράσπισίν σας;
Ο γιατρός Κερζέντσεφ σηκώθηκε. Με μάτια θολά, σχεδόν τυφλά, κοίταξε με αργή ματιά τους δικαστές και το κοινό. Και σ' όποιον επάνω έπεφτε το βαρύ αυτό απλανές βλέμμα, είχε μια περίεργη, βασανιστική αίσθηση: Ήταν σαν απ' αυτές τις κενές κόγχες του κρανίου να τους κοιτούσε ο ίδιος −αδιάφορος, βουβός−, ο ίδιος ο θάνατος.
−Τίποτα, απάντησε ο κατηγορούμενος.
Και για μια ακόμη φορά έριξε ένα βλέμμα στους ανθρώπους που είχαν μαζευτεί για να τον κρίνουν κι επανέλαβε:
−Τίποτα.
[Leonid Nikolayevich Andreyev, Η ΣΚΕΨΗ, σελ.108, μτφ.Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, εκδ.Άγρα, Αθήνα, 2010]
