9-12-2023


Είπε, και τον ακούμπησε τον Οδυσσέα η Αθηνά με το χρυσό ραβδί της.

Του φόρεσε γύρω στο στήθος πουκαμίσα καθαρή

και πανωφόρι. Και ξαφνικά ξανάνιωσε, έδειξε πιο ψηλός·

το δέρμα του έγινε πάλι μελαχρινό, τα μάγουλα του τσίτωσαν,

και μαύρισε το γένι γύρω στο πιγούνι.

Το έργο της τελειώνοντας, απομακρύνθηκε η θεά· ο Οδυσσέας όμως

προχωρούσε τώρα στην καλύβα. Τον είδε ο γιος του κι έμεινε

έκθαμβος, γύρισε αλλού το βλέμμα του με δέος,

μήπως του φανερώθηκε κάποιος θεός.

Κι όπως του μίλησε, πέταξαν σαν πουλιά τα λόγια του:

«Αλλιώτικος φαντάζεις τώρα, ξένε, παρ᾽ ό,τι πριν·

άλλα τα ρούχα σου, άλλαξε και το δέρμα σου.

Ανίσως είσαι ένας θεός απ᾽ όσους τον απέραντο ουρανό κρατούν,

σπλαχνίσου μας, κι εμείς θα σου προσφέρουμε

θυσία ευχάριστη, δώρα από δουλεμένο μάλαμα.

Μόνο ελέησέ μας.»

Πήρε τον λόγο τότε κι αποκρίθηκε βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος:

«Όχι, θεός δεν είμαι, πώς με φαντάστηκες αθάνατο;

Είμαι ο πατέρας ο δικός σου· που εσύ για χάρη του στενάζεις

και πολλά υποφέρεις, σηκώνοντας τα βάρη από βίαιες πράξεις

άλλων ανδρών.»

Μιλώντας, φίλησε τον γιο του κι άφησε να κυλήσουνε από τις παρειές

στο χώμα δάκρυα, που πριν με τόση επιμονή τα συγκρατούσε.

Αλλά ο Τηλέμαχος δεν ήθελε να το πιστέψει πως έβλεπε μπροστά του

τον πατέρα του, γι᾽ αυτό πήρε ξανά τον λόγο και του μίλησε:

«Όχι, δεν είσαι ο Οδυσσέας εσύ, δεν είσαι εσύ ο πατέρας μου·

ένας θεός θα με μαγεύει, για να στενάζω και να οδύρομαι

ακόμη πιο πολύ.

Γιατί δεν θα μπορούσε κανείς θνητός, με το δικό του το μυαλό,

να φανταστεί το έργο αυτό· εκτός κι αν τον συνέτρεχε

κάποιος θεός που εύκολα, αν θέλει, κάνει τον γέρο νέο

και τον νέο γέρο.

Εσύ πρωτύτερα ήσουν γέρος, ντυμένος με άσχημα κουρέλια,

και τώρα μοιάζεις στους θεούς που τον απέραντο ουρανό κρατούν.»

Του αντιμίλησε έπειτα ο Οδυσσέας πολυμήχανος:

«Τηλέμαχε, όχι, δεν σου πρέπει με τον πατέρα σου στο πλάι,

να αποθαυμάζεσαι τόσο πολύ και να αμφιβάλλεις.

Δεν πρόκειται άλλος Οδυσσέας να φτάσει εδώ·

είναι μπροστά σου κι είμαι εγώ· που πάτησα τα πατρικά μου χώματα

μετά από πάθη φοβερά κι από μεγάλη περιπλάνηση —

είκοσι χρόνια πάνε τώρα.

Το έργο αυτό που βλέπεις και θαυμάζεις, είναι της Αθηνάς που της αρμόζει

του πολέμου η λεία· εκείνη μ᾽ έκανε όπως θέλει και μπορεί,

τη μια να μοιάζω με φτωχό ζητιάνο,

την άλλη νέος που φορεί στο σώμα του ωραία ρούχα.

Εύκολο το έχουν οι θεοί που τον απέραντο ουρανό κρατούν,

έναν θνητό άλλοτε να τον κάνουν λαμπερό,

άλλοτε να τον ασχημίζουν.»

Μιλώντας, υποχώρησε και κάθησε, αλλά ο Τηλέμαχος

χύθηκε πάνω του οδυρόμενος, και βουρκωμένος τώρα τον αγκάλιασε.

Τότε τους συνεπήρε και τους δυο του θρήνου ο ίμερος·

σπαραχτικά θρηνούσαν, πιο δυνατά κι από πουλιά,

σαν αετοί, γύπες γαμψώνυχοι, που τα μικρά τους

κυνηγοί τούς άρπαξαν, προτού ξεπεταρίσουν·

τόσο πικρό και το δικό τους δάκρυ από τα βλέφαρά τους κύλησε.






[Ομήρου, Οδύσσεια, σελ. 234-235, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδ. ΙΝΣ, Θεσσαλονίκη, 2006]

Ο ΧΡΟΝΟΣ