Κι όταν κατέβηκαν στο πλοίο και στη θάλασσα, όλα τα πήραν
και τα βόλεψαν οι τιμημένοι συνοδοί στο βαθουλό καράβι,
βρώση και πόση.
Μετά στρώνουν του Οδυσσέα σκέπασμα και σεντόνι
στο κοίλο πλοίο, πάνω στης πρύμνης την κουβέρτα,
να κοιμηθεί ύπνο βαθύ, σάμπως αξύπνητο.
Ανέβηκε τότε κι εκείνος και πλαγιάζει αμίλητος.
Οπότε οι άλλοι κάθονται στα κουπιά, καθένας τους με τάξη,
έλυσαν την πρυμάτσα απ᾽ το τρυπητό λιθάρι,
και το κορμί τους αναγέρνοντας χτυπούσαν το κουπί στο κύμα.
Αμέσως στου Οδυσσέα τα βλέφαρα έπεσε ο ύπνος —
ηδονικός, γλυκύτατος, αξύπνητος, λες κι ήταν θάνατος.
Κι όπως με φόρα μπήκε το πλεούμενο, πάτησε η μισή καρίνα του
στην άμμο — τόσο γοργά τα χέρια δούλεψαν κωπηλατώντας.
Άφησαν τότε τα ζυγά του καραβιού και πριν πατήσουνε στεριά,
στα χέρια σήκωσαν, από το βαθουλό τους πλοίο,
τον Οδυσσέα — με το σεντόνι του μαζί και το πολύτιμό του σκέπασμα.
Μετά στην άμμο τον απίθωσαν, στον ύπνο βυθισμένο,
κι ευθύς μετέφεραν τα δώρα που οι τιμημένοι Φαίακες του χάρισαν
στον δρόμο της επιστροφής, όπως το είχε προνοήσει
η μεγάθυμη Αθηνά.
Τ᾽ ακούμπησαν όλα μαζί στον λάκκο της ελιάς, παράμερα όμως,
μήπως κανείς περαστικός τα βρει μπροστά του και τ᾽ αρπάξει,
προτού ο Οδυσσέας ξυπνήσει.
Τέλος, με δίχως καθυστέρηση πήραν ξανά τον δρόμο της επιστροφής.
[Ομήρου, Οδύσσεια, σελ. 190, 191, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδ. ΙΝΣ, Θεσσαλονίκη, 2006]
