3-12-2023


Όμως εγώ στην κλίνη την περίκαλλη της Κίρκης βρέθηκα,

κι εκεί γονατιστός παρακαλούσα, με τη θεά ν᾽ ακούει τη φωνή μου,

τη φώναξα με τ᾽ όνομά της και μιλώντας

τα λόγια μου πετούσαν σαν πουλιά:

«Ω Κίρκη, την υπόσχεσή σου κάνε πράξη, όπως και το υποσχέθης,

πως θα με στείλεις πίσω στην πατρίδα· μέσα μου πια η ψυχή μου

πεταρίζει, όσο και των συντρόφων μου, που μου σπαράζουν

την καρδιά θρηνώντας, όταν εσύ κάπου για λίγο απομακρύνεσαι.»

Ακούγοντας τα λόγια μου, αμέσως μου αποκρίθηκε η μεγαλόπρεπη θεά:

«Βλαστάρι των θεών, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,

αν δεν το θέλετε, κι εγώ δεν θέλω κι άλλο να μείνετε σ᾽ αυτό το σπίτι.

Όμως σας μέλλεται μια άλλη οδός, που να τη φέρετε σε πέρας·

γιατί σας πρέπει πρώτα να φτάσετε στου Άδη το παλάτι,

εκεί που ανήμερη η Περσεφόνη κατοικεί·

να πάρετε χρησμό απ᾽ του θηβαίου Τειρεσία την ψυχή,

του μάντη εκείνου του τυφλού, που η γνώση του ακέραιη πάντα μένει·

γιατί, ακόμη κι όταν πέθανε, η Περσεφόνη τού άφησε τον νου του ανέπαφο,

μόνος αυτός να ᾽ναι στα σύγκαλά του και να σκέφτεται· οι άλλοι όμως

περιφέρονται άδειες σκιές.»

Έτσι μου μίλησε, εμένα ωστόσο ράγισε η καρδιά μου·

θρηνούσα καθισμένος στο κρεβάτι της, δεν ήθελε η ψυχή μου

άλλο να ζω, και πώς να δω το φως του ήλιου!

Και μόνο όταν, σαν κουβάρι κυλισμένος, χόρτασα πια το κλάμα μου,

πήρα τον λόγο και τη ρώτησα:

«Ω Κίρκη, ποιος του δρόμου μας θα γίνει κυβερνήτης;

Γιατί θαρρώ στον Άδη, ως τώρα, άλλος κανείς δεν έφτασε

με μελανό καράβι.»

Ακούγοντας τα λόγια μου, αμέσως μου αποκρίθηκε η μεγαλόπρεπη θεά:

«Βλαστάρι των θεών, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,

να μη σε βασανίζει ποιος θα κυβερνήσει το καράβι σου·

να στήσεις μόνο το κατάρτι, να ανοίξεις τα λευκά πανιά,

και φτάνει· το πλοίο θα αρμενίσει με του βοριά το φύσημα.

Κι όταν με το καράβι σου περάσεις πέρα ως πέρα τον Ωκεανό,

όπου θα δεις μια χαμηλήν ακτή κι άλση της Περσεφόνης,

με σκούρες και μεγάλες λεύκες, ιτιές που δεν προφταίνουν να καρπίσουν,

εκεί εμπιστεύσου το πλεούμενο στον ίδιο τον Ωκεανό,

με τις βαθιές του δίνες· εσύ τον δρόμο τράβηξε

για το άραχλο παλάτι του Άδη.

Κάπου συμβάλλουν στον Αχέροντα δυο ποταμοί,

Πυριφλεγέθων και Κωκυτός — τρέχει κι αυτός απ᾽ το νερό της Στύγας·

είναι ένας βράχος μεσιανός εκεί, που πάνω του χτυπούν τα δυο ποτάμια,

σμίγοντας μεταξύ τους με δούπο τρομερό.

Όταν, γενναίε μου, χωθείς εκεί, όσο μπορείς πιο μέσα,

καθώς σου παραγγέλλω,

σκάψε ένα λάκκο ως έναν πήχη, απ᾽ όλες τις μεριές,

και γύρω γύρω τις χοές σου πρόσφερε σ᾽ όλους τους πεθαμένους·

μέλι και γάλα πρώτα, μετά γλυκό κρασί, τέλος νερό· και πάνω εκεί

πασπάλισε λευκό κριθάλευρο.

Δεήσου τότε στα αδύναμα κεφάλια των νεκρών πως,

όταν φτάσεις στην Ιθάκη, μιαν αγελάδα στείρα, την καλύτερη,

θα θυσιάσεις στο παλάτι, ρίχνοντας στην πυρά

πάμπολλα δώρα και λαμπρά·

στον Τειρεσία, χωριστά, κατάμαυρο τραγί πως θα προσφέρεις,

μόνο σ᾽ αυτόν, να ξεχωρίζει ανάμεσα στα πρόβατά σου.

Κι όταν με τις ευχές σου λιτανεύσεις το σμάρι των διάσημων νεκρών,

σφάξε κριάρι αρσενικό και προβατίνα μαύρη, προσέχοντας

να βλέπει το κεφάλι τους στο Έρεβος· ο ίδιος όμως, το μάτι σου από κει

αποστρέφοντας, κοίταζε τις ροές του ποταμού.

Θα φτάσουν τότε οι πολλές ψυχές των πεθαμένων που αφανίστηκαν.

Την ώρα εκείνη κίνησε τους συντρόφους σου, παράγγειλέ τους,

τα σφάγια που θα κείτονται στο χώμα, θανατωμένα από τον άσπλαχνο

χαλκό, να γδάρουν και να κάψουν, ενώ προς τους θεούς θα δέονται,

τον ακατάλυτο Άδη, την τρομερή την Περσεφόνη.

Ο ίδιος, το σπαθί τραβώντας από τον μηρό σου, μείνε εκεί

αμετακίνητος, και μην αφήσεις των νεκρών τα αδύναμα κεφάλια

να σκύψουν στο αίμα, προτού τον Τειρεσία ρωτήσεις να σου πει.

Γιατί θα φτάσει ο μάντης πάραυτα, για χάρη σου, αρχηγέ,

να σου εξηγήσει την οδό, του δρόμου σου τα μέτρα,

τον νόστο σου, πώς θα περάσεις το ψαρίσιο πέλαγο.»





[Ομήρου, Οδύσσεια, σελ. 154-155, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδ. ΙΝΣ, Θεσσαλονίκη, 2006] 

Ο ΧΡΟΝΟΣ