Την ώρα εκείνη στο υπερώο η Πηνελόπη η φρόνιμη
πλάγιαζε νηστική — μπουκιά ψωμί, νερό σταγόνα,
με μια μονάχα σκέψη· αν απ᾽ τον θάνατο θα γλίτωνε
ο ακριβός της γιος ή θύμα θα ᾽πεφτε στα χέρια
των αλαζονικών μνηστήρων.
Πόσο απορεί ένα λιοντάρι παγιδευμένο σε παγάνα,
φοβισμένο που γύρω του στενεύει ο κύκλος των αντρών,
τόσο κι εκείνη την τυραννούσε η σκέψη της.
Ωσότου ύπνος γλυκός τη συνεπήρε, κι έγειρε πια
να κοιμηθεί, λύθηκαν όλα της τα μέλη.
Τότε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας, στοχάστηκε άλλα·
έπλασε ίσκιο, να μοιάζει με είδωλο γυναίκας,
της Ιφθίμης, κόρης του μεγαλόψυχου Ικαρίου —
την είχε ταίρι του ο Εύμηλος και ζούσαν στις Φερές.
Αυτόν τον ίσκιο στο παλάτι στέλνει του θεϊκού Οδυσσέα,
τον θρήνο να μερώσει της Πηνελόπης, που οδυρόταν
και βογγούσε, να σταματήσει το γοερό δάκρυ της.
Και γλίστρησε μέσα στην κάμαρη απ᾽ το λουρί της κλειδωνιάς,
στάθηκε πάνω απ᾽ το κεφάλι της και της μιλούσε:
«Κοιμάσαι, Πηνελόπη λυπημένη, με βαριά καρδιά,
αλλά οι θεοί, που ζούνε πάντα ευτυχισμένοι, δεν θα σ᾽ αφήσουν
να πονάς και να θρηνείς· ο γιος σου θα γυρίσει σώος,
αφού σε τίποτε δεν έφταιξε με τους θεούς.»
Τότε κι η Πηνελόπη η φρόνιμη της αποκρίνεται
μέσα απ᾽ τον ύπνο της γλυκά, στις πύλες των ονείρων:
«Ποιος λόγος, αδελφή μου, σε φέρνει εδώ; Πρωτύτερα
δεν σύχναζες στα μέρη μας, γιατί είναι απόμακρο πολύ
το σπιτικό σου. Και τώρα με καλείς να σταματήσω
την οδύνη μου και τη βαριά μου πίκρα,
που την καρδιά μου και τον νου κακοφορμίζουν.
Εμένα, που έχασα πολύτιμο άντρα, λιονταριού καρδιά,
μ᾽ όλες τις αρετές του κόσμου στολισμένον, στους Δαναούς
περίφημο, με τη μεγάλη δόξα του απλωμένη
και μέσα στο Άργος και πέρα στην Ελλάδα.
Και τώρα πάλι ο ακριβός μου γιος σε βαθουλό καράβι ανέβηκε —
αστόχαστο παιδί, στους κόπους και στους λόγους άπειρο.
Γι᾽ αυτόν θρηνώ κι οδύρομαι, κι από τον άλλο περισσότερο·
τρέμει το φυλλοκάρδι μου, φοβάμαι μη μου πάθει κάτι
ή πέρα εκεί στον ξένο τόπο που ταξίδεψε ή στα πελάγη.
Είναι πολλοί οι εχθροί που το κακό του μηχανεύονται,
θέλουν να τον σκοτώσουν, προτού πατήσει
της πατρίδας του το χώμα.»
Της αποκρίθηκε μιλώντας πάλι ο ανάερος ίσκιος:
«Θάρρος, και μην τρομάζεις μέσα σου πολύ·
γιατί έχει εκείνος συνοδό στο πλάι του, τέτοια θεά
που κι άλλοι θα ᾽καναν ευχή να τους παρασταθεί·
την Αθηνά Παλλάδα, με την τόση δύναμή της,
που σε σπλαχνίστηκε κι εσένα κι έστειλε εμένα
να σου πω λόγια παρήγορα.»
Ανταποκρίθηκε κι η Πηνελόπη με τη φρόνησή της:
«Θεός αν είσαι ή κι αν άκουσες φωνή θεού,
έλα λοιπόν και μίλα και για κείνον τον τρισάμοιρο,
αν κάπου ακόμη ζει, αν το φως του ήλιου βλέπει,
ή βρίσκεται κιόλας νεκρός στον δόμο του Άδη.»
Της αποκρίθηκε πάλι μιλώντας ο ανάερος ίσκιος:
«Όχι, για κείνον δεν θα πω πολλά, αν ζει
ή πέθανε — είναι κακό να λες λόγια του ανέμου.»
Έτσι μιλώντας, γλίστρησε στο πλάι της πόρτας απ᾽ τον σύρτη,
κι άφαντος έγινε με τις πνοές του ανέμου· ξύπνησε τότε
η Πηνελόπη από τον ύπνο της, του Ικαρίου η κόρη, κι ένιωσε
γλύκα στην καρδιά της με τούτο το όνειρο, που καθαρό
της φανερώθηκε στης νύχτας το βαθύ σκοτάδι.
[Ομήρου, Οδύσσεια, σελ. 72-73, μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης, εκδ. ΙΝΣ, Θεσσαλονίκη, 2006]
