18-11-2022


κοκκινόχωμα κι ἴσως τὶς εἶχαν σκάψει ἐκεῖνο τὸ πρωὶ καὶ φαινόταν σὰν ἕνα ποτάμι ποὺ τὸ εἶχαν κατασκευάσει ἐκείνη τὴν μέρα καὶ τὸ νερὸ σὰ ξένο μέσα σ' αὐτὲς τὶς καινούργιες ὄχθες. Τὸ πλῆθος σὰν ἀλλαγμένο κι ἄλλο ποιοὶ εἶστε σεῖς ρώτησε ὁ Γιατρὸς Ἱνεότης. Ἕνας ἀπάντησε ἤρθαμε νὰ δοῦμε ποὺ θὰ πεθάνουν. Ἡ φωνή του φανέρωνε καημὸ καὶ μοιρολατρεία. Ὁ Γιατρὸς Ἱνεότης ξαφνικὰ ἔτριξε ὁ κόσμος καὶ κατάλαβε ἕνα ἄλλο πλῆθος! εἶπε μὲ φόβο καὶ μ' ἕνα θαυμασμό. Μὲ μιὰ ἀπροσδιόριστη ἐλπίδα καὶ παρηγοριὰ ὥστε ὑπάρχουν. Γιατὶ ὑπάρχουν κι ἄλλοι ἄνθρωποι κι ἄφαντοι δὲν τοὺς βλέπει κανένας ζοῦν μαζί μας καὶ θὰ πεθάνουν αὔριο μαζί μας καὶ τὴν ἴδια ὥρα. Ἀπὸ πάντα εἴχαμε τὶς ἴδιες ὧρες ἀλλὰ κανένας ποτὲ δὲν τοὺς εἶδε καὶ μόνο ἐγὼ τοὺς εἶδα. Σὰν ὄνειρο κι εἶναι σὰ νὰ εἴμαστε διπλοὶ καὶ σὰ νὰ ὑπάρχουν δυὸ ζωὲς γιατὶ ὁ ἴδιος λαὸς ζεῖ καὶ μέσα σὲ ὑπόγεια μέσα βαθειὰ στὴν γῆ σὲ στοὲς κι οἱ πόλεις εἶναι διπλές. Ἡ μιὰ ἐπάνω κι ἡ ἄλλη κάτω βαθειὰ καὶ τὰ ὑπόγεια δωμάτια φωτίζονται διαρκῶς ἀπὸ γυμνοὺς ἠλεκτρικοὺς γλόμπους ἀλλὰ ὑπῆρχαν καὶ πολυέλαιοι. Εἶδα ἕναν μικρὸ χάλκινο ἄγγελο ποὺ τὰ φτερά του ἦταν ἀπὸ βυσσινὶ κρύσταλλο καὶ κρατοῦσε ἕνα γυμνὸ ἠλεκτρικὸ γλόμπο κι ἦταν καὶ βάζα. Μὲ φτέρες καὶ κόκκινα ξερὰ φύλλα καὶ στρογγυλὰ ποὺ τὰ μάζεψαν σὲ ἐκδρομὲς καὶ στὸ πάτωμα τῶν δωματίων εἶναι οἱ οἰκογένειες. Εἶδα τίς γυναῖκες ἔχουν σγουρὰ μαλλιὰ σὰν ἀπὸ κομμωτήριο καὶ μᾶλλον εἶχαν ἐκεῖνες τίς παληὲς περμανὰντ καὶ τὰ πρόσωπά τους κατακόκκινα ἀπὸ ταραχὴ καὶ κόκκινα σὰν ἀπὸ φῶς ἀνατολῆς. Φροντίζουν τὰ παιδιά τους κι ἔστρωναν σεντόνια στὰ κρεβάτια καὶ κάτω ἀπὸ τὴν γῆ σὲ στοὲς μὲ ἠλεκτρικὸ φῶς καὶ παντοῦ χοντρὰ καλώδια ζεῖ. Ἕνας ὅμοιος λαὸς κι εἶναι σὰ νὰ ζοῦμε ἐμεῖς τὶς ἡμέρες τους κι ἐκεῖνοι νὰ ζοῦν τὶς νύχτες μας. Ἀλλὰ εἶναι μιὰ ἄνανδρη ἐξήγηση καὶ δὲν ξέρω πῶς εἶναι δυνατό. Πῶς εἶναι τὰ ἴδια δωμάτια οἱ ἴδιες οἰκογένειες στὶς ἐπάνω καὶ στὶς κάτω πόλεις. Σὰν ἕνας ἀντικατοπτρισμὸς ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία καὶ καμμία συγκοινωνία μεταξύ τους δὲν μπορῶ νὰ ἐξηγήσω. Νὰ ζοῦμε ἔτσι διπλὰ κι ὅμως μ' ἕναν ἀνεξήγητο τρόπο καταλαβαίνω. Ὅτι εἶναι ἀλήθεια καὶ τὸ εἶδα ὁ Γιατρὸς Ἱνεότης ξαφνικὰ ἀνατρίχιασε ἀπὸ τρόμο γιατί ἔφερε στὸν νοῦ του ἐκεῖνο τὸν κόσμο στὶς στοὲς προπαντὸς ἔφερε στὸν νοῦ του τὰ ταραγμένα πρόσωπα τῶν γυναικῶν ἐκείνων





[Γιῶργος Χειμωνᾶς, Πεζογραφήματα / Ὁ Γιατρὸς Ἱνεότης, σελ. 237-238, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα, 2005]

Ο ΧΡΟΝΟΣ