»Σκληροί μαχητές μου, ελάτε, αγγίξτε με, πιάστε τα κωλομέρια και τ᾽ αρχίδια μου, χαϊδέψτε μου το στομάχι, δείτε πόσο φασματικός μέσα στην υλικότητά μου είμαι, τίποτε από μένα δεν υπάρχει πραγματικά, κι όμως εσείς με βλέπετε σαν να στέκομαι ζωντανός εδώ μπροστά σας, μια παραλλαγή αγάλματος, η τετραδιάστατη απεικόνιση, όμως εγώ δεν είμαι παρά μια συρραφή πιθανοτήτων, η τραγική φιγούρα του ακατόρθωτου, ελάτε, αγγίξτε με, μη φοβηθείτε αν καυλώσω, το πολύ πολύ να θέλω να σας γαμήσω, αλλά αυτό είναι κάτι που συμβαίνει έτσι κι αλλιώς, ακόμη και εν αγνοία σας, ναι, εγώ είμαι αυτός που έρχεται τα βράδια την ώρα του ύπνου και σας γαμάει έναν έναν, κορφολογώ από σας το καλύτερο, παίρνω από σας το σπέρμα και τον ανθό, αυτό με τρέφει μικρά μου γουρουνάκια, το σπέρμα του αυλού σας, ο ανθός της επιθυμίας σας, αυτά με τροφοδοτούν.
»Ελάτε, φαντάσματα του εαυτού σας, εκπρόσωποι του τίποτα με την οδυνηρή εκφορά του λόγου και τη χυδαία προσωρινότητά σας, ελάτε να με ταΐσετε, δώστε μου να φάω και να πιω, είμαι αχόρταγος, μπορώ να καταβροχθίσω τα πάντα και άλλα τόσα, τίποτα δεν μου αρκεί, τίποτα δεν μου φτάνει, τίποτα δεν μπορεί να κατευνάσει την ανάγκη μου για αφομοίωση, και μετά την αφομοίωση του κόσμου όλου, πάλι νηστικός θα είμαι.
[Γιάννης Μαυριτσάκης, ΣΑΚΡΑΜΕΝΤΟ, σελ. 57-58, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2020]
Υπάρχει ανακολουθία ανάμεσα στις πληροφορίες που λαμβάνω και τον αντίκτυπό τους επάνω μου. Ενώ τα όργανα που έχω στη διάθεσή μου καταγράφουν τον τόπο ως μια περιοχή με ατμόσφαιρα και θερμοκρασία, με έδαφος ισοπεδωμένο, οριοθετημένο περιμετρικά από κορμούς δέντρων, το αποτύπωμα όλων αυτών επάνω μου μοιάζει περισσότερο με τα πολλαπλά τσιμπήματα της βελόνας και το μούδιασμα της τοπικής αναισθησίας. Αν βρίσκομαι ακινητοποιημένος στην άκρη του ξέφωτου, προστατευμένος στο περιστύλιο των κωνοφόρων, είναι επειδή μια βούληση ισχυρότερη από τη δική μου μού απαγορεύει να κινηθώ. Την ίδια στιγμή η σκέψη μου μετατοπίζεται προς ένα πρότυπο σκέψης που δυσκολεύομαι να αποκρυπτογραφήσω, ένα πρότυπο που δεν περιλαμβάνει την αλληλουχία του ερεθίσματος και της αντίδρασης, που αναπτύσσεται σ' ένα περιβάλλον απόλυτης ομαλότητας όπου τίποτα δεν προκαλείται από κάτι άλλο, οπού δεν υπάρχει ροή συμβάντων, ούτε επιδίωξη, ούτε η φυσική λειτουργία της πρόσληψης και της αποβολής. Το πλήθος των στοιχείων που με κατακλύζουν είναι ουδέτερο, χωρίς φορτίο.
σ. 62
