19-7-2020


Η Λούκα σηκώθηκε, έφτιαξε τον καφέ της, κάθισε στο γραφείο της, πέταξε τις στοίβες με τα χαρτιά, κράτησε μόνο ένα άσπρο χαρτί μπροστά της, ξεβίδωσε το στυλό της. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που δεν σκέφτηκε ότι έπρεπε να γράψει. Δεν σκέφτηκε καν ότι έγραφε. Δεν ένιωθε καμμιά συγκίνηση, καμμιά έμπνευση, κανένα φόβο. Όμως το ίδιο το κείμενο έσφυζε από συγκίνηση, έμπνευση, φόβο. Μετά τη δέκατη σελίδα σταμάτησε, το διάβασε. Είχε μπροστά της το πρώτο κεφάλαιο. Το απόγευμα πήγε ένα μεγάλο περίπατο. Μέσα στην τσέπη της, το χέρι της έγραφε ακόμα. Σκέφτηκε τον Μανώλη. Τώρα που στις φλέβες της κύλαγε πάλι το μελάνι με μια ορμή ασυγκράτητη, τώρα που δεν είχε πια ανάγκη από αγάπη, τώρα θα μπορούσε να τον αγαπήσει. 


[Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο Υπνοβάτης, σελ. 175, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1997] 

Ο ΧΡΟΝΟΣ