Σε σειρές σχεδίων του διακρίνει κανείς την προετοιμασία ενός έργου, την ολοκλήρωσή του, ακόμα και λύσεις τις οποίες απέρριψε. Μαθαίνουμε έτσι για έργα που δεν σώζονται ή για έργα που τελικά δεν τα υλοποίησε σε τρεις διαστάσεις. Μαθαίνουμε επίσης για τις προτιμήσεις του, όταν θυμάται στην Τήνο τον Ξυλοθραύστη του Φιλιππότη, μας αποκαλύπτεται η τεράστια οπτική του μνήμη, όταν στην Αθήνα, 80 χρόνων πλέον, αναφέρεται σχεδιαστικά σε έργα που είχε δει στη νιότη του, όταν ταξίδευε στην Ιταλία. Αυτή την τεράστια μνήμη του και τη σχεδιαστική του ικανότητα περιγράφει παραστατικά ο Ν. Βέλμος, όταν τον συνάντησε στον Πύργο το 1928: «Κι' έχει μνήμη, μνήμη απέραντη, τόσο που με το νου του –άκου– έφτιαξε απόξω, τον Άγιο Μαρτίνο του Θεοτοκόπουλου, στο καφενείο, αν και τον είδε για μια στιγμή και για πρώτη φορά. Δος του χαρτί και γίνεται κουρέλι σου, και σε μια ώρα σού γιομίζει τα μαρμάρινα τραπέζια με σκίτσα. Και πόσα πόσα χαρτιά σου γιομίζει με το άξυστο μολύβι του που να δείχνουν τα πιο αφάνταστα πράγματα. Τίποτε δεν τον δυσκολεύει. Ούτε μολύβι, ούτε εργαλείο. Το βιβλίο του πατέρα του, του μαρμαρογλύπτη, είναι γιομάτο από σκίτσα κι' όλοι οι τοίχοι του σπιτιού του. Και πάνω στις παλιές προτομές έχει κάνει ακόμα σκίτσα. Έχει μανία να δουλεύει».
Στα σχέδια διακρίνεται κυρίως η εμμονή του Χαλεπά με τη σύνθεση, όταν διορθώνει σε αυτά έργα δικά του, συναδέλφων του, ή της αρχαιότητας. Στη Μυθολογία της Αρχαίας Ελλάδος του P. Decharme, που του είχε χαρίσει ο Δούκας το 1932 στην Αθήνα, τον βρίσκουμε να διορθώνει τις απεικονήσεις αρχαίων γλυπτών.
Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά
[Γιανούλης Χαλεπάς, Επιστροφή στον Πύργο, σελ. 20, εκδ. Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Αθήνα, 2018]
