Ὦ Παντεπόπτη, ἡ εἰκόνα αὐτή,
ὠχρή, φρικτή, δὲν μοιάζει μὲ καμία ἄλλη
ποὺ ἡ βούλησή σου ἔπλασε ἡ μεγάλη!
Δὲν τὴ φοβᾶσαι τὴ βουβὴ ἐτούτη πολιτεία
ποὺ πάνω σου κρεμιέται, φύλλο σάπιο, καὶ ποθεῖ
νὰ ἐγερθεῖ μὲ τῆς ὀργῆς σου τὰ σημεῖα;
Ὤ, ἐμπόδιο στάσου στὸν τροχὸ τῶν ἡμερῶν,
νὰ μὴν ἀδειάσει ἡ κλεψύδρα κοίτα —
ἴσως μπορέσεις ν᾽ ἀποφύγεις τελικά
τὴν τρομερὴ σιωπὴ ποὺ μᾶς προσμένει.
Ἴσως ξανὰ μπορέσεις ἕναν μας νὰ βρεῖς
ποὺ ἀπὸ τὴ φρίκη αὐτὴ τῆς νέας ζωῆς
νόημα, πάθος καὶ ψυχὴ θὰ ξεριζώσει,
ἕναν ποὺ οἱ φλόγες τὴν καρδιά του ἔχουν ματώσει
μὰ ὅλος χαρὰ στὰ πάντα μέσα κολυμπάει,
ποὺ ὅλη τὴ δύναμή του ἀνέμελα σκορπάει,
ποὺ ἀπ᾽ τὰ ὄργανα ὅλα βγάζει μουσική,
ποὺ, δύτης ἄτρωτος, κρυφὰ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς
μὲς στῶν θανάτων ὅλων πέφτει τοὺς βυθούς.
[Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ἡ Δευτέρα Παρουσία — Ἀπὸ τὸ σημειωματάριο ἑνὸς μοναχοῦ, σελ. 11, μτφ. Κώστας Κουτσουρέλης, ἐκδ. Κίχλη, Ἀθήνα, 2011]
