Ὅταν ἦτο μικρός, εἰς τὴν Ζάκυνθον, ἐσύχναζεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἴσως ὠθούμενος πρὸς τοῦτο ἀπὸ τὴν μητέρα του, ἡ ὁποία ἦτο ἁπλοϊκὴ καὶ κατὰ συνέπειαν θρησκόληπτος. Ἐπήγαινε μάλιστα εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Κομούτων καὶ ἐδιάβαζε τὸν «Ἀπόστολον». Μίαν ἡμέραν ἐπιστρέφων ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, εὗρεν εἰς τὸ σπῆτι του διαφόρους ἐπισκέπτας. Εἷς ἐξ αὐτῶν τὸν ἐκάλεσε καὶ τὸν ἠρώτησε:
— Πές μου ποῦ ἤσουν προτοῦ γεννηθῆς;
— Μὲς τὸν νοῦν τοῦ Θεοῦ, ἀπεκρίθη ἐκεῖνος μὲ ταχύτητα.
[Κώστα Καιροφύλα, Ὁ ἄγνωστος Σολωμός, σελ. 127-128, ἐκδ. Στοχαστή, Ἀθήνα, 1927]
