Η ΜΟΡΦΗ ΜΕ ΤΟ ΠΕΠΛΟ
Σὲ ὁλοζώντανο ὄνειρο, μέσα σὲ μυστηριακὸ φῶς, μοῦ παρουσιάστηκε μιὰ Μορφὴ ποὺ, ἂν καὶ τὸ πρόσωπό της ἦταν κρυμμένο σὲ πέπλο, φαινόταν θεϊκὴ σὲ ὅλα, καθὼς στεκόταν ἀσάλευτη.
«Πές μου, ὑπέρτατε ξένε, ποὺ ἔφτασες ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἀλήθειας, ἂν ἡ φίλη τῆς καρδιᾶς μου, σώθηκε, καὶ τότε τὸ λαμπρότερο ἀπὸ τα στέμματα τῶν ἄστρων ἂς ἀποτεθεῖ στὸ κεφάλι σου, καὶ τὸ φιλί μου, τὸ φιλί μου στὰ πόδια σου. Μεγαλύτερη ἀπὸ μιὰν οὐράνια γιορτὴ ποὺ θὰ σκέπαζε μὲ ρόδα τὶς θάλασσες, πλουσιότερη εἶναι μιὰ μικρὴ λέξη ποὺ φτάνει ἀπὸ τὰ ὕψη στὴν ἀκοὴ τοῦ ἀνθρώπου. Πές μου ἂν σώθηκε, γιατὶ ἄκουσα νὰ λένε ἅγια χείλη πλασμένα, πὼς γιὰ τὰ ἄπλαστα μάτια, ἀκόμη καὶ τὸ χιόνι δὲν εἶναι ἁγνό. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ τάφος σκέπασε τὴν ὄψη της ἀπὸ τὸν κόσμο (ποὺ τὴν ἔβλεπε μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη καὶ τῆς σκόρπιζε τὸν ἔπαινο σὰν ἔνδοξο λουλούδι τῆς ἀνθρώπινης φωνῆς) ἡ ἀμφιβολία μὲ παίδευε καὶ ἀκόμη περισσότερο τὸ ὅτι ἦταν ἀδύνατο νὰ βρῶ μιὰ λύση. Τότε, κάθε τὶ σταθερὸ τῆς ζωῆς γινόταν ἀβέβαιο στὰ μάτια μου, ὅπως μέσα σὲ ναὸ, τὴ νύχτα, ταλαντεύεται τὸ ἀκοίμητο καντήλι ποὺ πάει νὰ σβήσει, καὶ τρέμουν οἱ εἰκόνες τῶν Ἁγίων καὶ οἱ πλάκες τῶν τάφων καὶ ὅλα γύρω, σὰν ἕτοιμα νὰ χαθοῦν. Ἀλλὰ τώρα ποὺ μιὰ τέτοια θεϊκὴ Μορφὴ στέκεται ἀπέναντί μου, θὰ μπορέσει νὰ φέρει στὸ στῆθος μου τὸν Παράδεισο ἢ τὸν Ἅδη. Γιατὶ ἐκείνη ἦταν καὶ εἶναι γιὰ τὴν ψυχή μου ὅ,τι ἡ ψυχὴ γιὰ τὸ κορμί. Γνώρισαν τὴν ἁγνότητα τῆς ἀγάπης μας οἱ γεμάτες ἥλιο μέρες καὶ οἱ μακριὲς νύχτες ποὺ περάσαμε οἱ δυό. Κανεὶς δὲν τό ᾽μαθε, κανεὶς δὲν θὰ τὸ μάθει ποτέ. Ἦταν πηγὴ ποὺ ἔτρεξε κρυφά, χωρὶς ἦχο. Ἡ ὀμορφιὰ στὶς σκέψεις καὶ στὰ αἰσθήματα, στὶς κινήσεις καὶ στὰ λόγια, ἦταν μουσικὴ ποὺ ἐναρμονιζόταν μὲ τὴ μορφή της. Καὶ μέσα σὲ τέτοιο πλοῦτο, ἔβλεπα καθαρὸ τὸ βυθό, ὅπως βλέπει κανεὶς στὰ βάθη τῶν καθαρῶν νερῶν τῆς θάλασσας τὸν ἀσάλευτο βράχο στολισμένο μὲ φύκια. Ἀπὸ αὐτὴν ἀναδινόταν ἡ ζωὴ καὶ μὲ κύκλωνε μὲ τὴν ἀκατανίκητη δύναμη μὲ τὴν ὁποία τώρα τὴν κυκλώνει ὁ θάνατος. Στὸ στῆθος μου ἔπαλλε ὁ οὐρανὸς μὲ ὅλες τὶς φωνές του. Ἀλλὰ ὅταν τὸ χῶμα ἔγινε ἱερὸ στὸ ἄγγιγμα τοῦ σώματός της, ὁ θάνατος, ὁ καθημερινὸς θάνατος, φάνηκε στὸν κόσμο σὰν κάτι καινούργιο καὶ ἀπίστευτο. Ἡ ὀμορφιὰ τῶν γυναικῶν ἔμεινε γιὰ καιρὸ ὠχρὴ καὶ θλιμμένη, καὶ ὁ ἄντρας ἔκλαψε κι αὐτός, καὶ φάνηκε χωρὶς δύναμη ὅπως ἡ γυναίκα. Ἴσως τὰ ἄγνωστα κόκαλα θὰ μείνουν γύρω ἀπὸ ἐκείνη ἐξαγιασμένα. Ἴσως δὲν θὰ γεννηθοῦν σκουλήκια, ἴσως αὐτὴ ἡ ἴδια δὲν θὰ λιώσει, ἴσως θά ᾽ναι πάντα ὄμορφη ἀκόμη καὶ ἐκεῖ μέσα. Ἴσως (παραληρῶ;) ἴσως αὔριο ἀναστηθεῖ. Ἀλλὰ γιατὶ τὰ λέω αὐτὰ; Γιατὶ κι ἄν ὅλα τὰ μεγαλεῖα ἁπλώνονταν στὰ πόδια μου, ἀκόμη καὶ τότε, θὰ ζητοῦσα τὴν εὐτυχία μόνο στὰ δικά της μάτια».
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἡ Μορφὴ παραμέρισε τὸ πέπλο της: ἦταν ἡ φίλη, δοξασμένη καὶ γελαστή!
[Διονυσίου Σολωμοῦ, Ἰταλικά, σελ. 71-72, ἐπιμέλεια-εἰσαγωγές-μετάφραση: Στυλιανὸς Ἀλεξίου, ἐκδ. στιγμή, Ἀθήνα, 2014]
... πλουσιότερη εἶναι μιὰ μικρὴ λέξη ποὺ φτάνει ἀπὸ τὰ ὕψη στὴν ἀκοὴ τοῦ ἀνθρώπου
