ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
Ιδού που λαμπυρά σουρποενδυμένο
Στες ερμιές του ουρανού βγαίνει το βράδυ
Και μακρύτατο σέρνει οκνό σκοτάδι
Μαυριλιασμένο.
Παντού σιωπή· μόν' τη φλογέρα πνέει
Βοσκούλα καθαρή, και το καημένο
Στα μοναχά τα δάση αρνί χαμένο
Τρέχει και κλαίει.
Όλοι τους μαζωμένοι εκάναν κέφι
Τριγύρου γύρου εις το μιαρό το ξύλο.
Άλλοι εσφάξαν τη μάνα, άλλοι το αδέλφι,
Άλλοι το φίλο.
Καθένας τους για νδύμα ύστερο εφόρει
Μακρίο και ξεσχισμένο ένα σενδόνι,
Που εκυμάτιζε ολόασπρο σαν το χιόνι
Πούναι στα όρη.
Λεν το τραγούδι τρομερά του ολέθρου,
Και μουγκή και φρικτή μια λύρα μπαίνει,
Που με κόκαλα μαύρα είναι φτιασμένη
Ενός σκελέθρου.
[Διονυσίου Σολωμού, ΑΠΑΝΤΑ - Τόμος δεύτερος / ΠΕΖΑ και ΙΤΑΛΙΚΑ, σελ. 242, έκδοση - σημειώσεις: Λίνου Πολίτη, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 2005]
Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά από τον Ν. Τωμαδάκη (Διονύσιος Σολωμός «Πρώτοι Στίχοι»), περ. Κρητικές Σελίδες, έτος Α' (1936-1937), σ. 179. Το ποίημα περιέχεται στο νεανικό τετράδιο του Σολωμού, Τεκτονική Στοά Ζακύνθου αρ. 12, δεν είναι όμως αυτόγραφο, αλλά αντιγραμμένο με καλλιγραφικό χέρι. — Ίσως οι δυο πρώτες στροφές να είναι ανεξάρτητες. Πάντως το όλο νόημα σκοτεινό.
σ. 337-338
