ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΙΣΜΕΝΟΙ
ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Α' (Β')
1
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κ' η μάνα το ζηλεύει:
Εκάθισε, εκιλάηδησε γλυκόφωνο πουλάκι·
η μαύρη μάνα το φθονεί πως ηύρ' ένα σπυράκι.
Ήρθε, εκιλάηδησε γλυκά πουλί που ταξιδεύει,
ηύρε σπυρί κ' επήρε το, κ' η μάνα το ζηλεύει.
«Μόνε ξανοίγω και φθονώ πουλί στο πέταμά του
και στο σπυράκι πού 'βρηκε και στη γλυκιά χαρά του».
2
και μέσ' στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι:
κι' απείραχτο κι' ολόλευκο βγαίνει στο πέλαο πάλι
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
Κι' όμοια στ' ανθρώπου την ψυχή η χτίση κατεβαίνει
3
«Σάλπιγγα, κόψ' του τραγουδιού τα μάγια με βία
γυναικός, γέροντος, παιδιού μην κόψουν την αντρεία».
Χαμένη, αλίμονον! κι' οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ' ηχώ ξυπνάει; :
Σάλπιγγα, ιδού, χωρίς πνοή αυτούς τους ήσκιους κράζει·
κινούντ' ανάκατα κι' ακούν μιαν άλλη που της μοιάζει.
__
Σάλπιγγ' αδύνατη, τί θες κι' αυτούς τους ήσκιους κράζεις;
κ' εσύ τί θες αντίπερα, που σαν ηχώ της μοιάζεις;
__
Σώπαινε, σάλπιγγα οκνηρή, π' αυτούς του ήσκιους κράζεις,
κ' εσύ, σκληρή, π' αντίπερα ωσάν ηχώ της μοιάζεις.
__
Ανακατώνονται, κινούν αργοί, συλλογισμένοι·
η σάλπιγγα τους έκραξε λεπτή, μικρή, χαμένη
και γρικούν πέρ' αντίπερα μιαν άλλη, που της μοιάζει
__
Χαμένη —αλίμονον!— κι' οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει αντίπερα και την ηχώ ξυπνάει;
κ' η αναγελάστρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
κ' ελεύτερη, χαρούμενη, γύρου βαρεί και πέρα,
ηχοποντή στον άπειρο και καθαρόν αέρα·
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα:
Και βαρεί γύρου ελεύτερα τον καθαρόν αέρα
μ' ήχους πολλούς, πολλώ λογιώ κι' ώρα πολλή και πέρα.
5
σφοδρά σκιρθούν μακριά πολύ τα πέλαγα κ' οι βράχοι:
Σφοδρά σκιρθούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κ' οι βράχοι
Πολλά μερόνυχτ' έσκιρθαν τα πέλαγα κ' οι βράχοι
6
Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου όμορφος και μοσκοβολισμένος·
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος:
Περβόλι ο δρόμος που πατείς κι' ο ήλιος μαγεμένος
Στέκει στο χώμα που πατείς ο ήλιος λατρεμένος
Τούτος, αχ! πού 'ν' ο δοξαστός κ' η θεϊκιά θωριά του; :
Γοργοκοιτάζω ολόγυρα, αχ, πού 'ν' ο δοξασμένος
Κοιτώ να δω τον ευτυχή και βάνω μάτια κάτου
Και προς που δεν πρωτόνιωσα βάνω τα μάτια κάτου
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι:
Καλή 'ναι η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι
7
—Κρυφή χαρά 'στραψε σ' εσέ· κάτι καλό 'χει ο νους σου:
Κρυφή χαρά σε πλάκωσε, μου λέει το πρόσωπό σου·
είπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους:
Κ' εσπούδαξα τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους
Το πού 'χε ο νους τους το σκοπό στην υπνοφαντασία
Για κοίτα 'κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα,
και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα·
λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι,
άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη:
Χάσμα σεισμού, που βγάν' ανθούς και τρέμουν στον αέρα
όπ' έβγαλ' άνθη πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα
Μαγιού μύρι' άνθη που καλούν χρυσό μελισσολόι
(Πολυλάς, «από το στόμα του ποιητή»:)
Το χάσμα π' άνοιξ' ο σεισμός κ' ευθύς εγιόμισ' άνθη
8
«Κάμπους, βουνά καρπόφορα και λίμνη ωραία και πλούσια»:
Νερά καθάρια και πολλά και λίμνη ωραία και πλούσια
9
Στα μάτια και το πρόσωπο φαίνονται οι λογισμοί τους:
Στα μάτια και στο πρόσωπο δείχνουν οι στοχασμοί τους
13 (14)
Το μάτι μου έτρεχε ρονιά κι' ομπρός του δεν εθώρα,
κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα:
Μου τρέμουνε τα σωθικά, θαμπώνομαι και κλαίω,
και για πολληώρα χάνω αυτό το πρόσωπο τ' ωραίο
κ' έχασα εκείνο το γλυκό πρόσωπο για πολληώρα
2
και μέσ' στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι:
κι' απείραχτο κι' ολόλευκο βγαίνει στο πέλαο πάλι
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
Κι' όμοια στ' ανθρώπου την ψυχή η χτίση κατεβαίνει
3
«Σάλπιγγα, κόψ' του τραγουδιού τα μάγια με βία
γυναικός, γέροντος, παιδιού μην κόψουν την αντρεία».
Χαμένη, αλίμονον! κι' οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ' ηχώ ξυπνάει; :
Σάλπιγγα, ιδού, χωρίς πνοή αυτούς τους ήσκιους κράζει·
κινούντ' ανάκατα κι' ακούν μιαν άλλη που της μοιάζει.
__
Σάλπιγγ' αδύνατη, τί θες κι' αυτούς τους ήσκιους κράζεις;
κ' εσύ τί θες αντίπερα, που σαν ηχώ της μοιάζεις;
__
Σώπαινε, σάλπιγγα οκνηρή, π' αυτούς του ήσκιους κράζεις,
κ' εσύ, σκληρή, π' αντίπερα ωσάν ηχώ της μοιάζεις.
__
Ανακατώνονται, κινούν αργοί, συλλογισμένοι·
η σάλπιγγα τους έκραξε λεπτή, μικρή, χαμένη
και γρικούν πέρ' αντίπερα μιαν άλλη, που της μοιάζει
__
Χαμένη —αλίμονον!— κι' οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει αντίπερα και την ηχώ ξυπνάει;
κ' η αναγελάστρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
κ' ελεύτερη, χαρούμενη, γύρου βαρεί και πέρα,
ηχοποντή στον άπειρο και καθαρόν αέρα·
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα:
Και βαρεί γύρου ελεύτερα τον καθαρόν αέρα
μ' ήχους πολλούς, πολλώ λογιώ κι' ώρα πολλή και πέρα.
5
σφοδρά σκιρθούν μακριά πολύ τα πέλαγα κ' οι βράχοι:
Σφοδρά σκιρθούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κ' οι βράχοι
Πολλά μερόνυχτ' έσκιρθαν τα πέλαγα κ' οι βράχοι
6
Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου όμορφος και μοσκοβολισμένος·
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος:
Περβόλι ο δρόμος που πατείς κι' ο ήλιος μαγεμένος
Στέκει στο χώμα που πατείς ο ήλιος λατρεμένος
Τούτος, αχ! πού 'ν' ο δοξαστός κ' η θεϊκιά θωριά του; :
Γοργοκοιτάζω ολόγυρα, αχ, πού 'ν' ο δοξασμένος
Κοιτώ να δω τον ευτυχή και βάνω μάτια κάτου
Και προς που δεν πρωτόνιωσα βάνω τα μάτια κάτου
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι:
Καλή 'ναι η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι
7
—Κρυφή χαρά 'στραψε σ' εσέ· κάτι καλό 'χει ο νους σου:
Κρυφή χαρά σε πλάκωσε, μου λέει το πρόσωπό σου·
είπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους:
Κ' εσπούδαξα τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους
Το πού 'χε ο νους τους το σκοπό στην υπνοφαντασία
Για κοίτα 'κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα,
και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα·
λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι,
άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη:
Χάσμα σεισμού, που βγάν' ανθούς και τρέμουν στον αέρα
όπ' έβγαλ' άνθη πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα
Μαγιού μύρι' άνθη που καλούν χρυσό μελισσολόι
(Πολυλάς, «από το στόμα του ποιητή»:)
Το χάσμα π' άνοιξ' ο σεισμός κ' ευθύς εγιόμισ' άνθη
8
«Κάμπους, βουνά καρπόφορα και λίμνη ωραία και πλούσια»:
Νερά καθάρια και πολλά και λίμνη ωραία και πλούσια
9
Στα μάτια και το πρόσωπο φαίνονται οι λογισμοί τους:
Στα μάτια και στο πρόσωπο δείχνουν οι στοχασμοί τους
13 (14)
Το μάτι μου έτρεχε ρονιά κι' ομπρός του δεν εθώρα,
κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα:
Μου τρέμουνε τα σωθικά, θαμπώνομαι και κλαίω,
και για πολληώρα χάνω αυτό το πρόσωπο τ' ωραίο
κ' έχασα εκείνο το γλυκό πρόσωπο για πολληώρα
[Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά - Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, σελ. 231-236, φιλολογική επιμέλεια: Γιώργος Βελουδής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008]
