20-11-2017


1. Ἐπὶ κοίτην μου ἐν νυξῖν ἐζήτησα ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐζήτησα αὐτόν, καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν· ἐκάλεσα αὐτόν, καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.
2. Ἀναστήσομαι δή, καὶ κυκλώσω ἐν τῇ πόλει, ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ ἐν ταῖς πλατείαις, καὶ ζητήσω ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐζήτησα αὐτόν, καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν· ἐκάλεσα αὐτόν, καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου.
3. Εὕροσάν με οἱ τηροῦντες, οἱ κυκλοῦντες ἐν τῇ πόλει· μὴ ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου, ἴδετε;
4. Ὡς μικρὸν ὅτε παρῆλθον ἀπ᾽ αὐτῶν, ἕως οὗ εὗρον ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου· ἐκράτησα αὐτόν, καὶ οὐκ ἀφῆκα αὐτόν, ἕως οὗ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς οἶκον μητρός μου, καὶ εἰς ταμιεῖον τῆς συλλαβούσης με. 

===

1. Τις νύχτες στο κρεβάτι μου ζήτησα αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου· τον ζήτησα και δεν τον βρήκα· τον φώναξα και δεν με άκουσε.
2. Θα σηκωθώ τώρα λοιπόν και θα γυρίσω την πόλη απ' άκρη σ' άκρη, στις αγορές και στις πλατείες, και θα ζητήσω αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου· τον ζήτησα και δεν τον βρήκα· τον φώναξα και δεν με άκουσε.
3. Με βρήκαν οι φύλακες, αυτοί που τριγυρνούν στην πόλη· μην είδατε αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου;
4. Μόλις τους είχα προσπεράσει και βρήκα αυτόν που αγάπησε η ψυχή μου· τον κράτησα και δεν τον άφηνα, μέχρι που τον έφερα στο σπίτι της μητέρας μου, στα δώματα αυτής που με συνέλαβε. 


[ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ, μτφ. Χαράλαμπος Μαγουλάς, σελ. 78-79, εκδ. βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα, 2017]

Ο ΧΡΟΝΟΣ