ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΙΣΜΕΝΟΙ
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Α' (Β')
1
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κ' η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
2
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
κι' όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε.
π' ολονυχτίς εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.
Και μέσ' στης λίμνης τα νερά, όπ' έφτασε μ' ασπούδα,
έπαιξε με τον ήσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκιά κ' εκείνο.
Μάγεμα η φύση κι' όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
με χίλιες γλώσσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει.
Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Τρέμ' η ψυχή και ξαστοχάει γλυκά τον εαυτό της.
3
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμιζε και ξάστερον αέρα·
τέλος, μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν' άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.
4
η μικρή γη σκιθρά ως χοχλιό μέσ' στο νερό που βράζει.
5
σφοδρά σκιρθούν μακριά πολύ τα πέλαγα κ' οι βράχοι
και τα γλυκοχαράματα και μέσ' τα μεσημέρια,
κι' όταν θολώνουν τα νερά κι' όταν εβγούν τ' αστέρια.
πέλαγο μέγα βράζει ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.
6
Μακριά απ' όπ' ήτα αντίστροφα κι' ακίνητος εστήθη·
«Εκεί 'ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
με τ' άρματα όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου όμορφος και μοσκοβολισμένος·
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος·
η κορασιά τρεμάμενη [εστάθηκεν] ομπρός μου.
Χαρά της έσβηε τη φωνή που 'ν' τώρα αποσβημένη·
άμε, χρυσ' όνειρο, κ' εσύ με τη σαβανωμένη.
πριν όλοι χάσουν τη ζωή κ' εγώ όλη την πνοή μου·
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι».
7
— Κρυφή χαρά 'στραψε σ' εσέ· κάτι καλό 'χει ο νους σου·
πες, να το ξεμυστηρευτείς θες τ' αδελφοποιτού σου;
κι' άφσε το χέρι του παιδιού κ' εσώπασε λιγάκι,
και ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμβάκι.
Κι' ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
είπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.
και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα·
λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι,
άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.
και μέσ' στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.
— Εγώ 'γδα δάφνες. — Κ' εγώ φως. . . . . . . . .
— Κ' εγώ σ' φωτιά μιαν όμορφη, που αστράφταν τα μαλιά της.
Εχαμογέλασε πικρά κι' ολούθε να κοιτάξει·
8
χύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.
μέσ' στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.
«Αιώνια θέλ' ήτανε ο πόνος κ' η ντροπή μου».
9
Ετούτ' είν' <η> ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
κ' υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη·
11 (12)
Πολλές πληγές κ' εγλύκαναν γιατί έσταξ' αγιομύρος.
12 (13)
Μνήστητι, Κύριε, είναι κοντά· μνήστητι, Κύριε, εφάνη!
Επάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . .
Ιδού σεισμός και βροντισμός, κ' εβάστουναν ακόμα
τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα
13 (14)
Το μάτι μου έτρεχε ρονιά κι' ομπρός του δεν εθώρα,
κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα,
π' άστραψε γέλιο αθάνατο, παιχνίδι της χαράς του,
στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.
14 (15)
Μόλειψε ετότε η φωνή π' ήθελε να σ' ευκίσει
15 (16)
Μ' όλο που τότε ασάλευτος στο νου μ' ο νιος εστήθη
16 (17)
Κι' άνθιζε μέσα μου η ζωή μ' όλα τα πλούτια πόχει.
17 (18)
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.
18 (19)
Ο γιος σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.
21 (23)
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
κάθ' ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι' αγάπη.
22 (25)
όμορφη ως είναι τ' όνειρο, μ' όλα τα μάγια πόχει.
24 (27)
Κ' έφυγε το χρυσ' όνειρο, ως φεύγουν όλα τ' άλλα.
26 (29)
Όλοι σαν ένας, ναι, κτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.
27 (30)
Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ' ο νους κι' ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.
32 (35)
Έστρωσε, εδέχθη η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
κ' εδέχτηκε στα βάθη της τον ουρανό κ' εκείνους.
35 (40)
Πάλι μου ξίπασε τ' αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας
κ' έπλασε τ' άστρο της νυχτός και τ' άστρο της ημέρας.
36 (41)
Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ' έρμο.
37 (42)
Κι' όπου η βουλή τους συφορά, κι' όπου το πόδι χάρος.
38 (43)
Σε βυθό πέφτει από βυθό, ώς που δεν ήταν άλλος·
39 (44)
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.
42 (47)
Χάνονται τ' άνθη τα πολλά, που 'χ' άσπρα με τα φύλλα.
43 (48)
Σ' ελέγχ' η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι' αυτείνη.
45 (50)
Μέσ' στ' Άγιο Βήμα της ψυχής.
46 (51)
Η δύναμή σου πέλαγο κ' η θέλησή μου βράχος.
48 (54)
Πολλοί 'ν' οι δρόμοι π' έχει ο νους.
49 (55)
οπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.
51 (57)
ο Ουρανός σε προσκαλεί κ' η Κόλαση βρυχίζει.
54 (61)
Κ' επότισέ μου την ψυχή, που εχόρτασεν αμέσως.
(αποσπάσματα των ήδη αποσπασμάτων)
2
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
κι' όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε.
π' ολονυχτίς εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.
Και μέσ' στης λίμνης τα νερά, όπ' έφτασε μ' ασπούδα,
έπαιξε με τον ήσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκιά κ' εκείνο.
Μάγεμα η φύση κι' όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
με χίλιες γλώσσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει.
Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Τρέμ' η ψυχή και ξαστοχάει γλυκά τον εαυτό της.
3
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμιζε και ξάστερον αέρα·
τέλος, μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν' άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.
4
η μικρή γη σκιθρά ως χοχλιό μέσ' στο νερό που βράζει.
5
σφοδρά σκιρθούν μακριά πολύ τα πέλαγα κ' οι βράχοι
και τα γλυκοχαράματα και μέσ' τα μεσημέρια,
κι' όταν θολώνουν τα νερά κι' όταν εβγούν τ' αστέρια.
πέλαγο μέγα βράζει ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.
6
Μακριά απ' όπ' ήτα αντίστροφα κι' ακίνητος εστήθη·
«Εκεί 'ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·
με τ' άρματα όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.
Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου όμορφος και μοσκοβολισμένος·
στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος·
η κορασιά τρεμάμενη [εστάθηκεν] ομπρός μου.
Χαρά της έσβηε τη φωνή που 'ν' τώρα αποσβημένη·
άμε, χρυσ' όνειρο, κ' εσύ με τη σαβανωμένη.
πριν όλοι χάσουν τη ζωή κ' εγώ όλη την πνοή μου·
η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι».
7
— Κρυφή χαρά 'στραψε σ' εσέ· κάτι καλό 'χει ο νους σου·
πες, να το ξεμυστηρευτείς θες τ' αδελφοποιτού σου;
κι' άφσε το χέρι του παιδιού κ' εσώπασε λιγάκι,
και ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμβάκι.
Κι' ό,τι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
είπα να ιδώ τη γνώμη τους στην υπνοφαντασιά τους.
[Μία είπε:] Μου [φαινόταν] πως ήμουν ένα τείχος, που ο σεισμός το είχε σπάσει και πως η ρωγμή είχε γεμίσει άνθη, που έτρεμαν στον αέρα —
Για κοίτα 'κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα,και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα·
λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι,
άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.
και μέσ' στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.
— Εγώ 'γδα δάφνες. — Κ' εγώ φως. . . . . . . . .
— Κ' εγώ σ' φωτιά μιαν όμορφη, που αστράφταν τα μαλιά της.
Εχαμογέλασε πικρά κι' ολούθε να κοιτάξει·
8
χύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο.
μέσ' στην ψυχή την αγρικά σα σπίθα στη φωτιά της.
«Αιώνια θέλ' ήτανε ο πόνος κ' η ντροπή μου».
9
Ετούτ' είν' <η> ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει·
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
κ' υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη·
11 (12)
Πολλές πληγές κ' εγλύκαναν γιατί έσταξ' αγιομύρος.
12 (13)
Μνήστητι, Κύριε, είναι κοντά· μνήστητι, Κύριε, εφάνη!
Επάψαν τα φιλιά στη γη . . . . . . .
Ιδού σεισμός και βροντισμός, κ' εβάστουναν ακόμα
τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα
13 (14)
Το μάτι μου έτρεχε ρονιά κι' ομπρός του δεν εθώρα,
κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα,
π' άστραψε γέλιο αθάνατο, παιχνίδι της χαράς του,
στο φως της καλοσύνης του, στο φως της ομορφιάς του.
14 (15)
Μόλειψε ετότε η φωνή π' ήθελε να σ' ευκίσει
15 (16)
Μ' όλο που τότε ασάλευτος στο νου μ' ο νιος εστήθη
16 (17)
Κι' άνθιζε μέσα μου η ζωή μ' όλα τα πλούτια πόχει.
17 (18)
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη.
18 (19)
Ο γιος σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.
21 (23)
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση·
κάθ' ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι' αγάπη.
22 (25)
όμορφη ως είναι τ' όνειρο, μ' όλα τα μάγια πόχει.
24 (27)
Κ' έφυγε το χρυσ' όνειρο, ως φεύγουν όλα τ' άλλα.
26 (29)
Όλοι σαν ένας, ναι, κτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.
27 (30)
Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ' ο νους κι' ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.
32 (35)
Έστρωσε, εδέχθη η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους,
κ' εδέχτηκε στα βάθη της τον ουρανό κ' εκείνους.
35 (40)
Πάλι μου ξίπασε τ' αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας
κ' έπλασε τ' άστρο της νυχτός και τ' άστρο της ημέρας.
36 (41)
Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ' έρμο.
37 (42)
Κι' όπου η βουλή τους συφορά, κι' όπου το πόδι χάρος.
38 (43)
Σε βυθό πέφτει από βυθό, ώς που δεν ήταν άλλος·
39 (44)
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το χάρο.
42 (47)
Χάνονται τ' άνθη τα πολλά, που 'χ' άσπρα με τα φύλλα.
43 (48)
Σ' ελέγχ' η πέτρα που κρατείς και κλει φωνή κι' αυτείνη.
45 (50)
Μέσ' στ' Άγιο Βήμα της ψυχής.
46 (51)
Η δύναμή σου πέλαγο κ' η θέλησή μου βράχος.
48 (54)
Πολλοί 'ν' οι δρόμοι π' έχει ο νους.
49 (55)
οπού περνάει το πέλαγο και κόβεται στο βράχο.
51 (57)
ο Ουρανός σε προσκαλεί κ' η Κόλαση βρυχίζει.
54 (61)
Κ' επότισέ μου την ψυχή, που εχόρτασεν αμέσως.
(αποσπάσματα των ήδη αποσπασμάτων)
[Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά - Οι Ελεύθεροι Πολιορκισμένοι, σελ. 214-225, φιλολογική επιμέλεια: Γιώργος Βελουδής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008]
