ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
[CARMEN SECULARE]
1.
Ὄξω ἀνεβοκατέβαινε τὸ στῆθος, ἀλλὰ μέσα
Ἀνθίζει μὲ τοὺς κρίνους του παρθενικὸς ὁ κόσμος.
Αὐγή ᾽ναι κι᾽ ἄστραφτε γλυκὰ σὰ στὴν ἀρχὴ τῆς πλάσης,
Κι᾽ ἐκράτουνε τὰ κάτασπρα ποδάρια στὴ δροσιά της.
2.
Κρατεῖ στὸ χόρτο τὰ κεριὰ, κεριά κομματιασμένα·
Οὐρανὸς δένεται καὶ γῆ στὴν ὄμορφη ματιά της.
3.
Δὲν εἶναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δὲν εἶναι·
Βρύσες ἁπλώνει τὰ κλαδιὰ τὸ δέντρο στὸν ἀέρα·
Μὴν καρτερῆς ἐδῶ πουλί, καὶ μὴ προσμένης χλόη·
Γιατὶ τὰ φύλλ᾽ ἄν εἶν᾽ πολλά, σὲ κάθε φύλλο πνεῦμα.
Τὸ ψηλὸ δέντρ᾽ ὁλόκληρο κι᾽ ἠχολογᾶ κι᾽ ἀστράφτει
Μ᾽ ὅλους τῆς τέχνης τοὺς ἠχούς, μὲ τ᾽ οὐρανοῦ τὰ φῶτα.
Σαστίζ᾽ ἡ γῆ κι᾽ ἡ θάλασσα κι᾽ ὁ οὐρανὸς τὸ τέρας,
Τὸ μέγα πολυκάντηλο μὲς στὸ ναὸ τῆς φύσης,
Κι᾽ ἁρμόζουν διάφορο τὸ φῶς χίλιες χιλιάδες ἄστρα,
Χίλιες χιλιάδες ἄσματα μιλοῦν καὶ κάνουν ἕνα.
Στὸ δένδρο κάτου δέησην ἔκαμ᾽ ἡ βοσκοπούλα·
Τ᾽ ἄστρα γοργὰ τὴ δέχτηκαν καθὼς ἡ γῆ τὸν ἥλιο.
Τὰ Σεραφεὶμ ἐγνώρισαν τὸ βάθος τῆς ἀγάπης,
Κι᾽ ὁλόκληρ᾽ ἡ Παράδεισο διπλὴ Παράδεισό ᾽ναι.
Ποιός εἶχε πεῖ ποὺ σοὔμελλε, πέτρα, νὰ βγάλης ρόδο;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀλλὰ ποῦ τώρα βρίσκονται τὰ κάτασπρα ποδάρια;
Ποῦ ᾽ναι τὸ στῆθος τ᾽ ὄμορφο ποὺ τέτοιους κόσμους ἔχει;
Στ᾽ ἀμπέλ᾽ ἡ κόρη κάθεται καὶ παίζει μὲ τ᾽ ἀρνί της.
____________________
1.
Στ. 4 Ἀκίνητα τὰ κάτασπρα ποδάρια στὴ δροσούλα.
3.
Στ. 2 Τὸ δέντρο σπρώχνει ἀνάερα πολλὲς κλαδιὰ χιλιάδες
Στ. 3 Κι᾽ ἐδῶ πουλὶ νὰ μὴ ζητᾶς, νὰ μὴ γυρεύης χλόη
Στ. 4 Φύλλα πολλὰ σ᾽ κάθε κλαδὶ, καὶ σ᾽ κάθε φύλλο πνεῦμα
Στ. 5-6 Κι᾽ ἠχολογοῦσε κι᾽ ἄστραφτε τὸ μέγα δέντρο, κι᾽ εἶχε
Ὅλους τῆς τέχνης τοὺς ἠχοὺς καὶ τ᾽ οὐρανοῦ τὰ φῶτα.
Στ. 7 Σαστίζ᾽ ἡ γῆ κι᾽ ἡ θάλασσα κι᾽ ὁ οὐρανὸς τὸ θαῦμα.
[Διονυσίου Σολωμοῦ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, σελ. 262-263, Ἐπιμέλεια - Σημειώσεις: Λίνου Πολίτη, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα, 1961]
ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ
( Ἀπὸ τὸ «CARMEN SECULARE» )
Δὲν εἶναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δὲν εἶναι·
βρύσες ἁπλώνει τὰ κλαδιὰ τὸ δέντρο στὸν ἀέρα·
μὴν καρτερεῖς ἐδῶ πουλί, καὶ μὴν προσμένεις χλόη·
γιατὶ τὰ φύλλ᾽ ἄν εἶν᾽ πολλά, σὲ κάθε φύλλο πνεῦμα.
Τὸ ψηλὸ δέντρ᾽ ὁλόκληρο κι ἠχολογᾶ κι ἀστράφτει
μ᾽ ὅλους τῆς τέχνης τοὺς ἠχούς, μὲ τ᾽ οὐρανοῦ τὰ φῶτα.
Σαστίζ᾽ ἡ γῆ κι ἡ θάλασσα κι ὁ οὐρανὸς τὸ θαῦμα,
τὸ μέγα πολυκάντηλο μὲς στὸ ναὸ τῆς φύσης,
κι ἁρμόζουν διάφορο τὸ φῶς χίλιες χιλιάδες ἄστρα,
χίλιες χιλιάδες ἄσματα μιλοῦν καὶ κάνουν ἕνα.
Στὸ δένδρο κάτου δέησην ἔκαμ᾽ ἡ βοσκοπούλα·
τ᾽ ἄστρα γοργὰ τὴ δέχτηκαν καθὼς ἡ γῆ τὸν ἥλιο.
Τὰ Σεραφεὶμ ἐγνώρισαν τὸ βάθος τῆς ἀγάπης,
κι ὁλόκληρ᾽ ἡ Παράδεισο διπλὴ Παράδεισό ᾽ναι.
Ποιός εἶχε πεῖ ποὺ σοῦ ᾽μελλε, πέτρα, νὰ βγάλεις ρόδο;
[Διονυσίου Σολωμοῦ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ, σελ. 300, Ἐπιμέλεια - Εἰσαγωγή: Στυλιανὸς Ἀλεξίου, ἐκδ. στιγμή, Ἀθήνα, 2007]
CARMEN SAECULARE
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι.
Βρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα.
Μην καρτερείς εδώ πουλί, και μην προσμένεις χλόη,
γιατί, τα φύλλ’ αν είν’ πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα·
το ψηλό δέντρ’ ολόκληρο κ’ ηχολογά κι’ αστράφτει
μ’ όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ’ ουρανού τα φώτα.
Σαστίζ’ η γη κ’ η θάλασσα κι’ ο ουρανός το θαύμα,
το μέγα πολυκάντηλο μέσ’ στο ναό της φύσης,
κι’ αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
χίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.
Στο δέντρο κάτου δέησην έκαμ’ η βοσκοπούλα·
τ’ άστρα γοργά τη δέχτηκαν, καθώς η γη τον ήλιο,
τα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης,
κι’ ολόκληρ’ η Παράδεισο διπλή Παράδεισό ’ναι.
Ποιος είχε πει που σού ’μελλε, πέτρα, να βγάλεις ρόδο;
Αλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια;
Πού ’ναι το στήθος τ’ όμορφο, που τέτοιους κόσμους έχει;
Στ’ αμπέλ’ η κόρη κάθεται και παίζει με τ’ αρνί της.
[Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και Πεζά, σελ. 250, Φιλολογική Επιμέλεια: Γιώργος Βελουδής, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2008]
