ΣΟΝΕΤΟ Ι.
ἐν νυξὶν ἐζήτησα ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου·
ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν.
Ἆσμα Ἀσμάτων 3. 1.
Απλώνεται η νύχτα, είναι σκοτάδι βαθύ.
Απόλυτη σιωπή βασιλεύει. Βγαίνω απ' το σπίτι,
βγαίνω με βιασύνη αναζητώντας τον αγαπημένο μου,
και τον φωνάζω, και δεν υπάρχει κανείς να μ' αποκριθεί.
Σε κάθε αεράκι, σε κάθε κούνημα φύλλου
η καρδιά μου από ελπίδα χτυπάει στα στήθη,
αλλά διαψεύδομαι και τρέμω από φόβο,
γιατί με κυκλώνει έρημη νύχτα.
Πηγαίνω τρέχοντας σε κάθε πλατωσιά, σε κάθε δρόμο,
Ω, ποιος την αγάπη μου, ποιος την είδε;
που είναι το στήριγμα της θλιμμένης μου ψυχής!
Και ξαναρχίζω τις αναζητήσεις και τις φωνές,
αλλά κάθε χείλος είναι μουγγό για ν' απαντήσει,
και δεν υπάρχει κανείς να μου υποδείξει πού θα τον βρω.
(μετάφραση από το Ιταλικό πρωτότυπο: Γεράσιμος Γ. Ζώρας)
[Dionisio Conte Salamon, RIME IMPROVVISATE (1822), σελ. 45, εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη / Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα, 2000]

