Ἡ φιλοσοφικὴ μελέτη, ἡ ὁποία εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴ τὸν ἐνασχόλησε ἴσως παρὰ πολύ, δὲν ἐμάρανε ὅμως εἰς αὐτὸν τὴν ζωηρότατην αἴσθησή του πρὸς τὴ φύση, μ᾽ ὅλον ὅτι φαίνεται ὁπὼς τὸ σκεπτικὸ πνεῦμα τὴν ἀπογυμνώνει ἀπὸ τὴ μαγεία, ὁποὺ πνέουν τὰ κάλλη της ἀνερεύνητα. Ἀπὸ τὲς θεωρίες, εἰς τὲς ὁποῖες ὑψώνετο ὁ νοῦς του, ἀπὸ τὴ σχεδὸν μαθηματικὴν ἀνάλυση τῶν βαθύτερων ἀρχῶν, τὸν ἔβλεπες πολλὲς φορὲς εὔκολα νὰ κατεβαίνη εἰς παιγνιδίσματα μὲ ἄκακα παιδάκια, ἤ νὰ προσηλώνη τὸ βλέμμα γαληνὸ καὶ ἐρωτεμένο εἰς τὴν ὡραία φύση ὁποὺ τὸν ἐπερικύκλωνε. Μακριὰ ὅμως ἀπὸ τὴν ἀσθενικὴν αἰσθαντικότητα, ἡ ὁποία φαίνεται εἰς πολλοὺς νέους ποιητάδες, τούτη ἡ πρὸς τὴν φύση συμπάθεια ἦταν εἰς αὐτὸν τὶ μυστικὸ καὶ μόλις ὁμολογημένο (1)· καὶ ὅταν εἰς αὐτὴν ἐπαραδίδετο, εὐθὺς τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα εὕρισκαν ἀνταπόκριση εἰς τὴν ἐσωτερική του δύναμη. Εἰς ἕνα καθαρότατο τῆς ἄνοιξης δείλι, ἀφοῦ ἐσταμάτησε νὰ θεωρήση τὰ διάφορα χρώματα εἰς τὴ θάλασσα, εἰς τὰ βουνὰ καὶ εἰς τὸν οὐρανό, εἶπε: Κάπου λέγω γι᾽ αὐτὰ τὰ χρώματα
Ὁποὺ δὲν ἔχουν ὄνομα κι᾽ ἔχουν περίσσια κάλλη·
Τέτοιες −ἐπρόσθεσε− ἠμποροῦμε νὰ εἰποῦμε ὅτι εἶναι καὶ οἱ πολλὲς καὶ πολυποίκιλες δύναμες τῆς ψυχῆς. − Αὐτὴ ἡ μετάβαση ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς εἰς τὴν ἐπιφάνεια τῆς φύσης, καὶ ἀπὸ τούτη πάλι εἰς ἐκεῖνα, ἦταν εἰς αὐτὸν ἀκατάπαυστη, ὥστε ἐδύνατο νὰ ὀνομασθῆ ἡ πνοή του.
(1) Εἰς ἕνα του ἰδιόγραφο εὑρίσκεται ἡ ἑξῆς εἰκόνα: Ἡ Τέχνη σιωπηλὴ λατρεύει τὴν Φύση, καὶ τούτη, ὡς ἀνταμοιβὴ τῆς μακρινῆς ἀγάπης, ἐβάλθηκε γυμνὴ νὰ χορεύη ἐμπροστά της. Ἐκεῖνες οἱ Μορφὲς ἀντιχτύπησαν εἰς τὸν νοῦ τῆς Τέχνης, καὶ αὐτὴ τὲς ἐχάρισε τῶν ἀνθρώπων.
[Ἀπὸ τὰ Προλεγόμενα τοῦ Ἰάκωβου Πολυλᾶ στὸ Σολωμὸ (ΧΙΙΙ)]
ἡ πνοή του
