Έρχεται κάποια στιγμή που τα πράγματα σκεπάζονται από μιαν ανεξήγητη σκιά. Ανοίγεις τα παράθυρα, μετακινείς τα αντικείμενα, μετακινείσαι εσύ ο ίδιος, αλλά η σκιά παραμένει εκεί, στη θέση της, εγκαθίσταται, βγάζει ρίζες, τρυπώνει παντού, στους τοίχους, στα έπιπλα, στον δρόμο, στα δέντρα μπροστά από το σπίτι σου, στο απέναντι σπίτι, στο κρεβάτι σου, διαβρώνει σιγά σιγά όλες τις επιφάνειες και βαθαίνει. Όταν πια έχει κατακτήσει τον χώρο γύρω σου, απλώνεται και πάνω σου, μέσα σου, σε αγκαλιάζει ολόκληρο σφιχτά, κολλάει στην επιδερμίδα σου, γίνεται ένα μαζί της, την πιέζει, διασπάει τη συνοχή της και στο τέλος τη διαπερνάει. Από τη στιγμή που η σκιά θα κάνει την εμφάνισή της, είναι ζήτημα χρόνου να τα σκεπάσει όλα και να επικρατήσει. Τον πρώτο καιρό ενοχλείσαι που βλέπεις το φως να χάνει τη διαύγειά του, το περιβάλλον σου να μεταμορφώνεται, κι αργότερα υποφέρεις πραγματικά όσο τη νιώθεις να διαποτίζει το δέρμα σου, να περνάει λίγο λίγο μέσα στους ιστούς και στα όργανα. Ευτυχώς, αυτό το στάδιο δεν κρατάει πολύ. Φτάνει μια μέρα που πια δεν νιώθεις τίποτα, σταματάς να αντιλαμβάνεσαι την ύπαρξή της, δεν το σκέφτεσαι καν, η σκιά είναι σαν να μην υπάρχει, σαν να μην υπήρξε ποτέ, και συνεχίζεις να ζεις όπως πριν από την εμφάνισή της. Στην πραγματικότητα, εσύ ο ίδιος δεν υπάρχεις πια, σε έχει ενσωματώσει πλήρως, εσύ ο ίδιος έχεις γίνει η σκιά.
[Γιάννης Μαυριτσάκης, Vitrioli, σελ.49, εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα, 2013]
