κι ἡ φύσις ηὗρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκειά της ὥρα,
καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
[Διονυσίου Σολωμοῦ, Οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκη(σ)μένοι, σελ.77, ἐπιμέλεια: Στυλιανὸς Ἀλεξίου, ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα, 2014]
