30-1-2014


ΓΑΛΗΝΗ

Δὲν ἀκούετ᾽ οὔτ᾽ ἕνα κύμα
εἰς τὴν ἔρμη ἀκρογιαλιά·
λὲς κι ἡ θάλλασα κοιμᾶται
μὲς στῆς γῆς τὴν ἀγκαλιά.


[Διονυσίου Σολωμοῦ, Ποιήματα και πεζὰ, σελ.313, ἐπιμέλεια: Στυλιανὸς Ἀλεξίου, ἐκδ. Στιγμή, Ἀθήνα, 2007]





Ειλικρινά δεν γνωρίζω τι απόμεινε από τον Διονύσιο Σολωμό. Ένα έργο κομματιασμένο, αγωνιακό έγινε βορά των φιλολόγων. Πάτησαν επάνω στο ακρωτηριασμένο σώμα, αγνόησαν τον ποιητή, γέμισαν χιλιάδες άγονα χαρτιά και πήγαν έτσι να στήσουν μια μαρτυρία νεκρή, κάτι περίπου σαν ένα άγαλμα από μάρμαρο ή μπρούντζο, που σαν τύχαινε νάχε φωνή θα ψιθύριζε το φόβο που του γεννάει η άκαμπτη μορφή του, το κρύο και το σκοτάδι της νύχτας. (σ.7)

Όσες φορές τυχαίνει να κουβεντιάζω με τον Σολωμό απορώ. Και δεν μπορώ, ίσως, να καταλάβω και πολύ το είδος της απορίας μου. (σ.8)

Ό,τι ακόμη από τον Σολωμό ηχεί στ’ αυτιά μου δέθηκε άρρηκτα με τον Ρωμαντισμό, αυτή την κοσμογονία που γέννησε την ποίηση ξανά, που έφερε ρυθμούς και κόσμους ανείπωτους και καταστροφές που τέτοιες η τέχνη ποτέ ίσως δεν είχε ξανανοιώσει. Δεν γνωρίζω αγωνία μεγαλύτερη από την αγωνία του Ρωμαντισμού. Δεν μπορώ να φανταστώ καμμιάν αναστροφή και ανάδυση μαζί ειδώλων, κανέναν μύθο ζωτικό που να συντάραξε τις πιο απόκρυφες γωνιές της συνείδησης, αποκρυσταλλωμένες σε σχήματα και μορφές δημιουργίας. Αν ο Μεσαίωνας έφερε, μέγιστη κληρονομιά, την αλχημεία, το πάθος και τον Δαίμονα, ο Ρωμαντισμός στάθηκε ο πλέον επώδυνος σπασμός της τέχνης, γιατί στα κατάλοιπα της ισοπεδωτικής μανίας της Αναγεννήσεως προσπάθησε ν’ αφήσει πάλι αδέσμευτο το χάος να καταδυναστεύσει κάθε πλευρά της ύπαρξης, διασπώντας με την ημιτελή κι απελπισμένη κίνησή του ακόμη και το τελευταίο μόριο από την στέρεα υποδομή σε άπειρα στοιχεία άγχους και ενοραματικής συνταύτισης με τις απρόσιτες δυνάμεις της ψυχής. Το σώμα διαμελίστηκε οριστικά, και κοντά του η έκφραση από ουσία απαστράπτουσα κατάντησε το μίζερο και θλιβερό σαρκίο μιας ενατένισης ανάστροφης σε ό,τι μέχρι και σήμερα ακόμη έχει υψωθεί σαν Μοίρα, η αναγκαιότητα αν θέλετε, του ανθρωπίνου πνεύματος. Τα ακρωτηριασμένα μέλη σκορπίστηκαν παντού και ο καθένας πια έπαιρνε το μερίδιό του, το μερίδιο εκείνο που, ίσως, ν’ αποτελεί μαζί με το αμαρτωλό όραμα του Μεσαίωνα, ό,τι πιο πολύτιμο μπορεί ν’ αφομοιώσει η λειτουργική της τέχνης. Και ο Σολωμός πήρε το δικό του μερίδιο από αυτή τη σπασμωδική αλλά κατακόρυφη ανύψωση και εξύψωση της ψυχής. Στάθηκε ο ταπεινός μάρτυρας της αγωνίας του και παρέδωσε την είδησή του μέσα σε πάθος, έξαρση και ερημιά. Δική μας δουλειά να δούμε το πρόσωπό μας μέσα του. (σ.13-14)


[Στέφανος Ροζάνης, ΤΟ ΔΑΙΜΟΝΙΑΚΟ ΥΨΙΣΤΟ - ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ Δ. ΣΟΛΩΜΟ, έκδ.  Οι Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1976]

Ο ΧΡΟΝΟΣ