18-11-2013


Ο τρίτος Ύμνος

Και ήταν τότε που έχυνα δάκρυα πικρά, που στον πόνο συντριμμένη η ελπίδα μου σπάραζε, και μόνος στεκόμουνα εμπρός στον έρημο τύμβο, που έκρυβε σε τόπο στενό, σκοτεινό τη χαμένη μορφή της ζωής μου μόνος, όπως άλλος ποτέ δεν εστάθηκε, απ' ανείπωτο φόβο σπρωγμένος αδύναμος, μόνο σκέψη πανάθλια πια. Κι όπως τότε βοήθεια ζητούσα ολόγυρα, δίχως πίσω ή εμπρός να μπορώ να στραφώ, και στη φευγαλέα ζωή που τρεμόσβηνε μ' απέραντο πόθο κρεμόμουν: εκεί, από τα κυανά βύθη του ορίζοντα, από το ύψος ευδαιμονίας μου παλιάς σαν την καταιγίδα πρόβαλε το λυκόφως να συντρίψει μεμιάς τους κρίκους της γέννησης τα δεσμά του Φωτός. Πήρε να σβήνει η επίγεια λαμπρότητα και μαζί της το πένθος μου σ' έναν νέο, ανεξιχνίαστο κόσμο κύλησε η μελαγχολία αργά εσύ της Νύχτας ενθουσιασμέ, ύπνε ελαφρέ τ' ουρανού, ήρθες πάνω από μένα αργά μετεωρίστηκε ο τόπος· πάνω του πλανήθηκε ελεύθερος ο νεογέννητος νους μου. Σ' ένα σύννεφο σκόνης σωριάστηκε ο τύμβος μέσ' απ' τον κουρνιαχτό αντίκρισα της Αγαπημένης τη δοξασμένη μορφή. Η αιωνιότητα αναπαυόταν στα μάτια της πήρα τα χέρια της στα δικά μου, και τα δάκρυα γίναν δεσμός σπινθηροβόλος και άρρηκτος. Σαν τη θύελλα χρόνια χιλιάδες περάσαν και σβήσαν στα βάθη. Στην αγκαλιά της έκλαψα της νέας ζωής τα ευφρόσυνα δάκρυα. Ήταν εκείνο το πρώτο, το μόνο μου όνειρο κι είναι από τότε που τρέφω εντός μου πίστη παντοτινή κι ακατάλυτη στης Νύχτας τον πλατύ ουρανό και το φως του, Εκείνη.


[Novalis, Ύμνοι στη Νύχτα, σελ.37-39, μτφ.Κώστας Κουτσουρέλης, εκδ.Περισπωμένη, Αθήνα, 2011]

αργά μετεωρίστηκε ο τόπος

Ο ΧΡΟΝΟΣ