15-3-2013


Με θάμπωσε το πρόσωπό του, ένα πρόσωπο που σαν το κοιτάξεις δεν ξέρεις αν ανήκει σ' έναν άνδρα ή σε μια γερασμένη γυναίκα. Και μετά, όταν βυθίστηκα μαζί του, κατά έναν περίεργο τρόπο τον ερωτεύτηκα. 

[Ευτυχία Καλλιτεράκη, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ — Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, σελ.11, εκδ.Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2005]

                                                 ⩶

Αυτό είναι η συγγένεια μαζί του: οι φόνοι που δεν έγιναν ποτέ· βασάνισαν όμως τη ζωή του ώς το θάνατο. (σ.10)

Και όλα μαρτυρούν τη δική του ψυχική πορεία, ένα είδος ενδοσκόπησης, οδύνης και σκληρότητας προς τον εαυτό του. (σ.10)

Η δική του πορεία ήταν αρκετά δυσβάσταχτη, γεμάτη πόνο και έκσταση· μια ρομαντική άποψη που τον χαρακτήριζε, μια άποψη που ο ίδιος ασυνείδητα ακολούθησε για να μη δει τον βαθύτερο εαυτό του. (σ.10)

Ο Σολωμός ακροβατούσε ανάμεσα σε μια ιδεαλιστική και μια ρομαντική άποψη της ζωής. (σ.13)

Δε γνωρίζουμε πολλά για τη νεανική ζωή του. Κάποτε τον ρώτησαν: «Πού ήσουν προτού γεννηθείς;» κι εκείνος απάντησε: «Στο νου του Θεού». (σ.14)

Η πιο μεγάλη επιθυμία του δημιουργού είναι να δημιουργήσει φόβο, έλεος και μετά κάθαρση.
Ο Σολωμός δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Κι αυτό γιατί ο ίδιος ποτέ δεν πέτυχε αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε «κάθαρση». (σ.28)

Στην πραγματικότητα θα παραμείνει για πάντα ένα παραπονεμένο παιδί. Έτσι η έννοια της προδοσίας γίνεται κομμάτι του εαυτού του· και η παρανοϊκή διάθεση θα γίνει ένα συνεχές βασανιστήριο. (σ.30)

Ο Σολωμός έζησε έναν συνεχή κατακερματισμό. Η εσωτερική του συνέχεια ήταν συνεχώς διχασμένη. Είναι βάσανο για τον άνθρωπο να βρίσκεται συνεχώς διχασμένος.
Για εκείνον τα πράγματα στη ζωή του είχαν πάντα δύο όψεις· δύο γλώσσες, δύο πατρίδες, δύο διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Έπρεπε να πολεμήσει ανάμεσα σ' όλα αυτά χωρίς ποτέ κανένας να καταλάβει —ούτε και ο ίδιος του ο εαυτός— το πόσο τον ρήμαξαν αυτές οι πολλαπλές σχάσεις. (σ.32-33)

Η ντροπή και ο θυμός έγιναν τα βασικά συναισθήματα για εκείνον. (σ.36)

Στον Σολωμό το πένθος εκφράστηκε με έντονη βία και ασυγκράτητο θυμό, που ναι μεν τον βοήθησαν να γράψει ποίηση, δε φαίνεται όμως να τον λύτρωσαν. (σ.39)

Ο ΧΡΟΝΟΣ