Υπάρχει ένα είδος κούρασης που είναι και το χειρότερο: είναι η κόπωση της σκέψης που χρησιμοποιεί έννοιες αφηρημένες. Δεν βαραίνει σαν τη σωματική κούραση ούτε ταράζει σαν την κούραση από τις συγκινήσεις. Είναι το βάρος της συνείδησης του κόσμου, το να μην μπορεί να πάρει η ψυχή ανάσα.
Τότε, σπρωγμένες σαν τα σύννεφα απ’ τον άνεμο, όλες οι ιδέες μέσα από τις οποίες εννοήσαμε τη ζωή, οι φιλοδοξίες και οι στόχοι που πάνω τους στηρίξαμε τις ελπίδες μας στη συνέχειά της, γκρεμίζονται, σκίζονται και καταρρακωμένες χάσκουν – στάχτες κι απομεινάρια ομίχλης, κουρέλια από κάτι που δεν υπήρξε κι ούτε θα υπάρξει ποτέ. Και πίσω από αυτή την ηττημένη στρατιά προβάλλει σ’ όλη της την καθαρότητα η μαύρη, αμείλικτη μοναξιά του έναστρου ουρανού. Το μυστήριο της ζωής μας πληγώνει και μας τρομάζει με πολλούς τρόπους. Μερικές φορές μας πλησιάζει, φάντασμα με μορφή συγκεχυμένη, κι η ψυχή τρέμει τον φρικτότερο από τους φόβους: το φόβο ν’ αντικρίσει την τερατώδη ενσάρκωση του μη είναι. Άλλοτε βρίσκεται πίσω μας, ορατό μόνο όταν δεν γυρνάμε να το δούμε, κι η ανεξιχνίαστη φρίκη του αποκαλύπτεται από την εξής μεγάλη αλήθεια: ότι παραμένει για μας άγνωστη.
Όμως η φρίκη που σήμερα με εκμηδενίζει είναι λιγότερο ευγενής και, διαβρωτική, αγγίζει χώρους βαθύτερα νυχτερινούς. Είναι η επιθυμία να μην έχω σκέψη, η διάθεση να μην έχω υπάρξει ποτέ τίποτα, η συνειδητή απελπισία όλων των κυττάρων της ψυχής. Και η ξαφνική αίσθηση ότι είμαι έγκλειστος σ’ ένα κελί δίχως όρια. Προς τα πού να βρω να φύγω αφού κελί είναι το παν;
Και τότε μου έρχεται ασυγκράτητη, σατανική –μ’ ένα είδος σατανικότητας παλιότερης από το Σατανά– η παράλογη επιθυμία, κάποια μέρα, μια μέρα χωρίς χρόνο και χωρίς ύλη, να ανοίξει μια πόρτα, να φύγουμε μακριά από το Θεό και ο βαθύτερός μας εαυτός να πάψει επιτέλους –δεν ξέρω πώς– να αποτελεί τμήμα του είναι ή του μη είναι.
23–3-1930
[Φερνάντο Πεσσόα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας, σελ.42-43, μτφ. Άννυ Σπυράκου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1989]
