Τα χρόνια της δυστυχίας –μιας δυστυχίας πλαστής που είχε δημιουργήσει μόνος του για ν’ αντέξει την ανία, τη μοναξιά– σταματούσανε τώρα, εδώ. Τα χρόνια του πάθους, της δημιουργίας, του φάνηκαν κωμικά. Ένιωσε ανάλαφρος και ανεύθυνος σαν παιδί. Κάτω απ’ τη λάμψη, ο κόσμος ήτανε πάλι σκοτεινός, μυστήριος. Χρειαζόταν αυτό το φως, που αντί ν’ αποκαλύπτει, κάλυπτε για πάντα το περίγραμμα, τις καμπύλες, τις κοιλότητες του Σύμπαντος, για να καταλάβει ότι τόσα χρόνια ζωγράφιζε μια φύση ψεύτικη: δεν υπήρχαν εποχές, η μέρα δεν διαδεχότανε τη νύχτα, δεν υπήρχαν ώρες, το φως που τόσο τον είχε βασανίσει δεν άλλαζε ποτέ. Δεν είχε λοιπόν καταλάβει τίποτα.
[Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ, σελ.179-180, εκδ.Ερμής, Αθήνα, 1985]
: δεν υπήρχαν εποχές, η μέρα δεν διαδεχότανε τη νύχτα, δεν υπήρχαν ώρες, το φως που τόσο τον είχε βασανίσει δεν άλλαζε ποτέ.
