8. ΤΑ ΜΕΛΙΑ
Ένα βράδυ του καλοκαιριού, αφού η Μαμά με φίλησε στο αριστερό μάγουλο και μου είπε καληνύχτα, έσβησε το φως και βρέθηκα στη σκοτεινή κάμαρα. Καθώς τραγουδούσα για τον εαυτό-μου, έβαλα το χέρι μέσα στο βρακάκι-μου για να έχω λίγο συντροφιά. Μούδιασα όμως και χνούδιασα. Μια γλύκα με τύλιξε γύρω-γύρω και δεν σταματούσα.
Όλο και πιο γρήγορα και πήγαινα να σκάσω. Κάτι βαρίδια σαν ζαχαρωτά ανέβαιναν από τις πατούσες-μου και γέμιζα ζάχαρη. Πηχτά μέλια τρέχανε από παντού και πνιγόμουνα στη γλύκα.
Ξάφνου, και ενώ οι γλύκες είχαν πνίξει το λαρύγγι-μου, άρχισε να τρέμει το σπίτι και να πέφτει βροχή από τον ουρανό. Άνοιγε το χώμα και κατάπινε τα γύρω σπίτια, ένα-ένα. Έβγαλα γρήγορα το χέρι-μου από το βρακάκι-μου.
«Θεούλη-μου» είπα. «Συγχώρεσέ-με. Δεν θα το ξανακάνω. Μη μου κόψεις τη ζωή!»
Αλλά η γη γύρω-γύρω εξαφανιζόταν όλο και παραπάνω. Ο Θεούλης είχε θυμώσει για τα καλά.
Έβαλα τότε κι εγώ το χέρι-μου πάλι μέσα στο βρακάκι-μου και οι γλύκες ξανάρχισαν. Τραγουδούσα και στον εαυτό-μου.
Καθώς το σπίτι εξαφανιζόταν μέσα στο τρύπιο χώμα, τα μέλια με περίλουσαν, και πέθανα στη γλύκα.
[Μαργαρίτα Καραπάνου, η κασσάνδρα και ο λύκος, σελ.15, εκδ.Ερμής, Αθήνα, 1976]
