Τον κόσμο των παιδιών, οι Ενήλικες τον ξεχνούν δυστυχώς γρήγορα. Τα σύνορά-του κινούνται κι αλλάζουν, κι αυτό που τα παιδιά συλλαμβάνουν από τον τραυματισμένο και τραυματικό κόσμο των Ενηλίκων, το αναλύουν κάτω από ένα φως δικό-τους, σκληρό και ακαθόριστο, όμοιο με το φως της ώρας που ονομάζουμε «Ώρα του Λύκου». Το φως αυτό, τους επιτρέπει να δούνε μόνο αυτό που ποθούν, ή που είναι έτοιμοι να δεχτούν.
Η Κασσάνδρα είναι μεταξύ έξη και δέκα ετών: παραείναι όμορφη, παραείναι έξυπνη κι ευαίσθητη, κι οι γονείς-της παραείναι χαϊδεμένοι απ' τη ζωή. Γι' αυτό, με μία δική-της, προσωπική αλχημεία, ξαναφτιάχνει, στη δική-της διάσταση, για να μπορέσει να δεχτεί, την αγάπη και το σεξ, το θάνατο και τη ζωή, την ανθρώπινη κυριαρχικότητα και τρυφερότητα, και μαζί, τη διάλυση, και όλες τις διαστροφές της ψυχής.
Η Κασσάνδρα μοιάζει απάνθρωπη και φαντασιόπληκτη, τρελή και ποιητική, τρυφερή και σκληρή: Είναι ένα παιδί.
[Από το εσώφυλλο της πρώτης έκδοσης στα Ελληνικά, στις εκδόσεις ΕΡΜΗΣ, το 1976]
