Τα αντέχω όλα, αλλά όχι τη σιωπή στις τέσσερις μετά το μπαρ. Δεν είναι από μοναξιά, δεν αισθάνομαι πια μόνος, κάποτε αισθανόμουν μόνος αλλά αισθανόμουν και τόσα άλλα, όχι, τη σιωπή είναι που δεν αντέχω, όταν το σπίτι γύρω μου σφύζει από σιωπή, γίνομαι σαν μια τρύπα που γεμίζει με χώματα, πέτρες, σαν να πέφτουνε μπάζα και να σφηνώνουν μέσα μου, σαν νάμαι ένα σπίτι που χτίζεται μόνο του και μέσα μου, γίνομαι όλο και πιο ακίνητος, πετρωμένος, και ξαφνικά, σαν ίλιγγος, το σπίτι πέφτει αργά προς τα μέσα, γκρεμίζεται πάνω στον εαυτό του μέσα μου, σαν εκείνο το σπίτι της τρελής πάνω στο βουνό, που γκρεμίστηκε προς τα μέσα, σαν νάτανε κι αυτό τρελό...
[Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο Υπνοβάτης, σελ. 18, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1985]
