Ο Mark είχε κλείσει όλα τα παντζούρια του σπιτιού. Καθότανε ώρες στο απόλυτο σκοτάδι. Σκέφτηκε πως τώρα θάπρεπε νάναι νύχτα, ήτανε σίγουρος. Κατέβηκε τις σκάλες. Όταν άνοιξε την πόρτα κάτω στο κελάρι, το φως ήταν εκτυφλωτικό. Ο ήλιος ήταν ακριβώς στην ίδια θέση, κατακόρυφος πάνω απ’ τον φεγγίτη.
Βγαίνοντας απ’ το σπίτι, για πρώτη φορά στη ζωή του κλείδωσε την πόρτα. Ο ήλιος τον κύκλωσε σαν δίνη. Σκέφτηκε πως η ζέστη θάπρεπε νάχει ξεπεράσει τη θερμοκρασία της φωτιάς. Ένα ένστικτο τον προειδοποίησε να μην σηκώσει το κεφάλι, ενώ συγχρόνως τον έπιασε μια ακατανίκητη επιθυμία να κοιτάξει τον ήλιο. Τα χείλη του σκάσανε, η γλώσσα του πρήστηκε. Αλλά η έκπληξη δεν ήτανε η ζέστη. Ήταν η απότομη ευτυχία που τον κατάκλυσε. Είχε να την αισθανθεί από παιδί, τότε που άγρια και ανεξήγητα κύματα χαράς του κόβανε την ανάσα. Κάτω από αυτόν τον ήλιο τον ακατονόμαστο, ένιωσε πάλι την ίδια χαρά όπως τότε, κατάλαβε πως επιτέλους ο κύκλος έκλεινε. Αναστέναξε με ανακούφιση. Τα χρόνια της δυστυχίας –μιας δυστυχίας πλαστής που είχε δημιουργήσει μόνος του για ν’ αντέξει την ανία, τη μοναξιά– σταματούσανε τώρα, εδώ. Τα χρόνια του πάθους, της δημιουργίας, του φάνηκαν κωμικά. Ένιωσε ανάλαφρος και ανεύθυνος σαν παιδί. Κάτω απ’ τη λάμψη, ο κόσμος ήτανε πάλι σκοτεινός, μυστήριος. Χρειαζόταν αυτό το φως, που αντί ν’ αποκαλύπτει, κάλυπτε για πάντα το περίγραμμα, τις καμπύλες, τις κοιλότητες του Σύμπαντος, για να καταλάβει ότι τόσα χρόνια ζωγράφιζε μια φύση ψεύτικη: δεν υπήρχαν εποχές, η μέρα δεν διαδεχότανε τη νύχτα, δεν υπήρχαν ώρες, το φως που τόσο τον είχε βασανίσει δεν άλλαζε ποτέ. Δεν είχε λοιπόν καταλάβει τίποτα.
[Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο Υπνοβάτης, σελ. 179-180, εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1985]
